GRADUATE COURSES

                                ...to the memory of my beloved Pina (Summer, 1994) 


α. Περί πρόσληψης της διαχείρισης του πολιτισμού
Η διαχείριση του πολιτισμού ή όπως απαντά στη σύγχρονη βιβλιογραφία η διαχείριση των πολιτισμικών πόρων είναι εξ ορισμού συνδεδεμένη με τη διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς (υλικής και άυλης), σχετιζόμενης άμεσα με τις πρακτικές της προβολής και της διατήρησής της και σε διαπλεκτικότητα, λόγω της ανάγκης ύπαρξης θεωρητικών και μεθοδολογικών εργαλείων, με τα επιστημονικά πεδία της πολιτισμικής θεωρίας και ιστορίας, της μουσειολογίας, της ιστορίας, της αρχαιολογίας, της αρχιτεκτονικής, της ιστορίας και θεωρίας της τέχνης, της φιλοσοφίας και φιλολογίας, αλλά και της συντήρησης.
Η διαχείριση έχει στη βάση της τις διεπιστημονικά συγκροτούμενες στοιχειώσεις και τρόπους πρόσληψης και οργάνωσης του πολιτισμικού αποθέματος που αφορούν στην πρόσληψη, ταυτοποίηση, ερμηνεία, διατήρηση, συντήρηση και προβολή του, συνδυαμορφώνοντας έτσι, παράλληλα με τις κοινωνικοπολιτισμικές ταυτότητες και πρακτικές, δομές οργάνωσης και αναδιοργάνωσης του πολιτισμικού αποθέματος, σημαίνουσες τάσεις και προοπτικές αξιοποίησής του, αλλά και επανανοηματοδότησής του. Σκοπός είναι η διαχείριση να καλλιεργήσει μια δια-συγκροτητική σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, (χωρίς να παραβλέπεται ο οντο-λειτουργικός πυρήνας του καθημερινού περιβάλλοντος του υποκειμένου) όπου στη θέση του αντικειμένου τοποθετείται η αξιοδότηση ή επαναξιοδότηση των οντολογικών ταυτοτήτων του πολιτισμικού αποθέματος μέσα από το οποίο καταβάλλεται προσπάθεια να συντηρηθούν και να αναδειχθούν, με ποικίλα εργαλεία-και δω η σημαντική της τεχνολογίας έχει καθοριστικό μερίδιο-τα διάφορα επίπεδα του κοινωνικού με όρους που μπορούν να θεωρηθούν ανταγωνιστικοί, δηλαδή ποιοτικά πολιτικοί. Πρόκειται λοιπόν για μια διαχείριση η οποία θα πρέπει να διαπλέκεται με τον οντο-λειτουργικό πυρήνα της ύπαρξης του ανθρώπου και να αποσκοπεί σε τρόπους λειτουργικής διευθέτησης του πολιτισμικού περιβάλλοντος όχι ανεξάρτητα από τη διασύνδεση του υποκειμένου από τις κοινωνικές αντικειμενικότητες που το συγκροτούν. Συνεπώς, η διαχείριση θα πρέπει να λαμβάνεται ως καθοριστική διάσταση του συντακτικού ειρμού μιας κοινωνικής και όχι αποκλειστικά οικονομικής αξιοδότησης του υποκειμένου και να προσβλέπει σε μια οντολογία του κοινωνικού ή διαφορετικά στην ανάδειξη των κοινωνικών λειτουργικοτήτων του πολιτισμικού αποθέματος. Στο πλαίσιο αυτό, η προσέγγιση και αξιοδότηση του πολιτισμικού αποθέματος θα πρέπει να διαμορφώνεται στη βάση μιας έλλογης συναλλαγής με βιωμένες κοινωνικές παραδόσεις ή διαφορετικά στη βάση της πραγμάτωσης μορφών κοινωνικού λόγου.
Στο παραπάνω πλαίσιο η διαχείριση καλείται να συμβάλει αρχικά στην προσέγγιση και κατόπιν στην προβολή της φυσιογνωμικής παρουσίας της βιοτικής και βιωματικής συνοχής ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού αποθέματος και συνάμα στην αξιοδότηση των αποθησαυρισμένων τρόπων της βιωμένης καταστασιακότητάς του, να επαναπροσδιορίσει με απτικό τρόπο τη φυσιογνωμία και τους όρους λειτουργίας ενός συνεκτικού κοινωνικού συστήματος, από τη γλώσσα και την τέχνη μέχρι την ανάδειξη ενός υλικού κατάλοιπου ή μιας αρχαιολογικής θέσης, να κατασκευάσει μια φιλόξενη και ζωντανή περιβαλλοντική φυσιογνωμία, εγκαθιδρύοντας έτσι έναν διαχειριστικό «μεταπολιτισμό» στη θέση της μακράς αφήγησης του υπό μελέτη πολιτισμού, στην αξιοποίηση ενός υλικού που αποτιμάται αντανακλαστικά στην κάθε προσπάθεια διαχείρισης της λειτουργικής του συνάφειας τόσο με το χώρο στον οποίο ανήκει όσο και με τις διαπραγματευτικές δομικότητες με το παρόν που η διαχείρισή του εμπλέκει. Συνεπώς, η φύση της διαδικασίας της διαχείρισης δημιουργεί ένα «μεταπεριβάλλον» αξιακών φορτίσεων όπου η ίδια συγκαθορίζεται σε σχέση με τη εκδίπλωσή της σε αυτό, πληρώντας μια συγκυρία αλληλεπιδράσεων σε μια συγκεκριμένη αντικειμενική περίσταση και συνάμα διασφαλίζοντας τη συμβολική βαρύτητα και την πρόσληψη της υπαρκτικής ενάργειας του πολιτισμικού αποθέματος που καλείται να διαχειριστεί.
Ως εκ τούτου, όλες οι επιμέρους διεργασίες της πρόσληψης, ταυτοποίησης, ερμηνείας, διατήρησης, συντήρησης και προβολής ούτε μπορούν να συντελεστούν εν κενώ, ούτε μπορούν να εναποτεθούν στη λογική δομικότητα μιας εξωπολιτισμικής καταστασιακότητας, καθώς ανήκουν σε μια συγκροτητικά νοηματοδοτημένη πολιτισμική πραγματικότητα, νοούμενη ως βιωμένη ταυτότητα σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο. Στη διαχείριση λοιπόν δεν μπορούν να μην λαμβάνονται υπ’ όψιν οι συμβολικοί πόροι των φυσικών στοιχείων ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού περιβάλλοντος. Η αρχή που θέλει την εφαρμογή προκατασκευασμένων διαχειριστικών σχημάτων, τα οποία λειτουργούν ανεξάρτητα της διαπλεκτικότητας πολιτισμικά εμπλεκόμενων φυσικών οντοτήτων-συμβολική λειτουργικότητα πολιτισμικών περιβαλλόντων, μια μορφή δηλαδή απεμπλοκής της διαχείρισης από την αντιληπτική-βιωματική δυναμική ενός πολιτισμού, είναι, πιστεύω, προφανώς ανυπόστατη και άκρως προβληματική, καθώς επιχειρεί να εγκαταστήσει κάτω από την ίδια στέγη την ανθρωπολογική παραγματολογία διαφορετικών πολιτισμικών περίγυρων και περιβαλλόντων. Η λειτουργία της διαχείρισης μπορεί λοιπόν να αποτελέσει κομβικό σημείο γιατί επαναθέτει το κοινωνικό υποκείμενο, μια μορφή βιωματικής πρόκλησης, σε ένα στοιχειώδες επίπεδο κοινωνικής επαφής, ώστε να αντιλαμβάνεται αντανακλαστικά αποστάσεις και περιορισμούς, να διαμορφώνει έναν ορίζοντα προσπελασιμότητας της ταυτότητας σε σχέση προς την ετερότητα, να δημιουργεί δυναμικές που επιχειρούν να διανύσουν μεγάλα σε έκταση και σε διάρκεια συμβολικά πεδία. Καθίσταται έτσι μεταλλάξιμη σε σχέση με τα ερμηνευτικά εργαλεία που διαθέτει, διαμορφώνει έναν βιωτικό τρόπο της συνύπαρξης με το παρελθόν ή ακόμη και με το παρόν και αποτελεί πρωτογενώς ένα δυναμικό κάλεσμα μιας αντι-κειμενικής μορφής ζωής.


Αντί εισαγωγής στην ύλη των μαθημάτων:
Afghanistan. A film by Augustin Pictures.





Unforgiven: Rwanda from Augustin Pictures on Vimeo.
Ώρες συνεργασίας με τις/τους φοιτήτριες/φοιτητές:
Δευτέρα, 16:30-18:00 & Τρίτη, 12:00-13:30

β. Προπτυχιακά Μαθήματα
1.ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ Υ303 (Γ΄ Εξάμηνο)


Σκοπός του μαθήματος είναι να εξετάσει κατ’αρχήν τη γένεση των εννοιών πολιτισμός και κουλτούρα στη νεωτερική Ευρώπη με ιδιαίτερη αναφορά στις συμβολές των Εράσμου και Χέρντερ. Κατά δεύτερο λόγο εξετάζεται το φαινόμενο του πολιτισμού στο ευρύ φάσμα των εκδηλώσεων του, όπως αυτό γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης από τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, προκειμένου να επιτευχθεί η διεπιστημονική προσέγγισή του με σύγχρονα θεωρητικά εργαλεία.
Στο πλαίσιο του μαθήματος αναλύεται ιδιαίτερα το «λεξιλόγιο» των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των αρχαίων πολιτισμών. Προκειμένου να κατανοηθεί η διαδικασία παραγωγής πολιτισμικών διαφορών στη διαχρονία, χρησιμοποιείται ένα πλούσιο ιστορικό και αρχαιολογικό υλικό (αρχαιολογικά τεκμήρια, γραπτές πηγές) από τους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, της Αφρικής, της Κεντρικής Ασίας, της Άπω Ανατολής και της Κεντρικής Αμερικής. Παράλληλα θεματοποιούνται τα γεγονότα τοπικού ενδιαφέροντος, αλλά και τα επεισόδια της μικροϊστορίας που σχετίζονται με τη γένεση ποικίλων πολιτισμικών μορφωμάτων. Ιδιαίτερα μνεία γίνεται στις πολιτισμικές πρακτικές που συνδέονται με τις εμπειρίες του σώματος και του θανάτου. Εξετάζεται, τέλος, η διαχρονική διάσταση των πολιτισμικών πρακτικών που σχετίζονται με τις δύο αυτές θεμελιώδεις ανθρώπινες εμπειρίες.

History of Civilizations
The curriculum of this course examines the genesis of the notions of culture and civilization in the European area after the 16th century, as well their differentiation in use. At the same time we examine the notion of culture having regard to the human sciences (sociology, anthropology, economy, psychology) and mainly to history. We also analyse the “vocabulary” of cultural particularities of ancient Civilizations and we make a special mention of their semantic differentials as well in space as in time. In order to make clear the process of creation of cultural identities through history, in relation with a duration of long or short time required for their arrangement in space, we turn to advantage a wide historical-archaeological material of past Civilizations of the Mediterranean world, of Mesopotamia, Asia and Central America, focusing on the rich spectrum of their structures, practices and alternations during centuries. Thus we bring out, by the use of many exemplary cases, their distinguishable particularities without devaluate the facts of local interest or the episodes of micro-history.
We analyse also, in the form of key studies, some common in all Civilizations cultural and a-chronic patterns, as for example death or body, insisting on the value of cultural-and symbolic-capital. We finally examine the speed of diffusion or dispersion of ancient, modern and post-modern cultural practices, the perennial character of habits and especially the possibility of democratic production and consumption of historic-cultural benefits in the actual anthropogenetic environment.

https://www.lensculture.com/editors_pick?modal=true&modal_type=project&modal_project_id=7573

Συναντήσεις (1η και 2η)
Θεματικές:
1. Η ιστορική συνείδηση και η συνείδηση του πολιτισμού.
2. Η κοινωνική γένεση της έννοιας του πολιτισμού στη Γαλλία.
3. Η κοινωνική γένεση της έννοιας της κουλτούρας στη Γερμανία.
4. Το πολιτισμικό στοιχείο στη διάσταση «διαφοροποίησης» των ανθρώπων.
5. Ποικιλομορφία των πολιτισμών.
6. Η συγκρότηση του πολιτισμού και η αυτοσυνειδησία της Δύσης.
7. Εξατομίκευση της Αναγέννησης, γνωρίσματα της αυτοσυνειδησίας, έλεγχος συγκινησιακής συμπεριφοράς, ενισχυμένος αυτοκαταναγκασμός και η "κοινωνική πίεση για αυτοέλεγχο" (Soziale Zwang nach Selbstzwang) του Norbert Elias.

Εργογραφία :
1. Fernand Braudel, Γραμματική των πολιτισμών, μτφρ. Α Αλεξάκης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2001.
2. Norbert Elias, Η εξέλιξη του πολιτισμού: Ήθη και κοινωνική συμπεριφορά στη νεώτερη Ευρώπη: Αλλαγές της συμπεριφοράς στα κοσμικά ανώτερα στρώματα της Δύσης, τ. 1, μτφρ. Ε. Βαϊκούση, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
3. Elias, Norbert, Η εξέλιξη του πολιτισμού: Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές έρευνες: Αλλαγές της κοινωνίας: Σχεδίασμα για μια θεωρία του πολιτισμού, τ. 2, μτφρ. Ε. Βαϊκούση, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
4. Hans - Georg Gadamer, Τo πρóβλημα της ιστορικής συνείδησης, μτφρ. Α. Ζέρβας, επιμ. Α. Ζέρβας, Ίνδικτος, Αθήνα 1998.
5. Clifford Geertz, Διαθέσιμο φως. Ανθρωπολογικοί στοχασμοί για φιλοσοφικά θέματα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009.
6. Claude Lévi-Strauss, Φυλή και πολιτισμός, Α. Δ. Στεφανής, Πατάκης, Αθήνα 2003 (2η έκδοση).
7.Β. Καραποστόλης, Ο πειρασμός του Ηρόστρατου: Περί ηθών και αισθημάτων, επιμ. σειράς A. Σπυράκου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999.
8. Δ. Γκέφου-Μαδιανού, Η ανθρωπολογία στη σκιά του ελληνικού πολιτισμού: Η ανάπτυξη μιας επιστήμης στον ακαδημαϊκό χώρο, στο Δ. Γκέφου-Μαδιανού (επιμ.), Όψεις ανθρωπολογικής έρευνας. Πολιτισμός, ιστορία, αναπαραστάσεις, Πατάκης, Αθήνα 2011 (2η έκδοση), σ. 61-105.
9. Χ. Δ. Μεράντζας, Ο αντεστραμμένος Διόνυσος. Σχεδίασμα μιας σωματοθεωρίας αλγαισθητικού αυτοκαταναγκασμού, Σμίλη, Αθήνα 2011.

Συναντήσεις (3η και 4η)
Περί ιστορίας και η λογική της ιστορίας στον πολιτισμό.
α. Ο εγκλεισμός της ιστορίας στην κανονικότητα των φυσικών καθορισμών;
β. Ο ιστορικός βολονταρισμός του Johann Gottlieb Fichte.
γ. Περί της ορθολογικότητας της ιστορίας στον Hegel. Υφίσταται πρόοδος πέραν του Διαφωτισμού;
Βλ. Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Ο Λόγος στην ιστορία: Εισαγωγή στη φιλοσοφία της ιστορίας, μτφρ. Π. Θανασάς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2006.
δ. Η ιστορία ως σύστημα στον Karl Marx.
Βλ. Karl Marx, Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010· Karl Marx, Η γένεση του κεφαλαίου, μτφρ. Α. Δούμας, Κοροντζής, Αθήνα 2000· Karl Marx, Το Κεφάλαιο. Κριτική της πολιτικής οικονομίας: Το προτσές παραγωγής του κεφαλαίου, μτφρ. Π. Μαυρομμάτης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1996.
ε. Το τέλος της ιστορίας ή η ιστορία του τέλους και ο προβληματισμός γύρω από το τελεολογικό επιχείρημα.
Βλ. i. Francis Fukuyama, Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, μτφρ. Α. Φακατσέλης, Λιβάνης, Αθήνα 1993.
ii. Samuel Ph. Huntington, Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης, μτφρ. Σ. Ριζοθανάση, Terzo Books, Αθήνα 1999.
iii. Edward Tiryakian - Bruce Mazlish - Wolf Schäfer - Shamuel Eisenstadt - Daniel Chirot - Hamid Dabashi - Arpad Szakolczai - Johann Arnason - Nielsen Donald A. - Randall Collins - Cho-Yun Hsu - Saïd Amir Arjomand - T. N. Madan - John Hall, Οι πολιτισμοί: Μια κοινωνιολογική επανεκτίμηση, μτφρ. Μ. Ε. Μαραγκουδάκης, επιμ. Μ. Ε. Μαραγκουδάκης, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005.

Συνάντηση 5η
Ολιστικές κοινωνίες-Ατομικιστικές κοινωνίες και ο θεσμός «της άρνησης του κόσμου» του Louis Dumont.
Louis Dumont, Δοκίμια για τον ατομικισμό. Μια ανθρωπολογική προοπτική πάνω στη σύγχρονη ιδεολογία, Ευρύαλος, Αθήνα 1988.

Συνάντηση 6η και 7η
Πρώτοι άνθρωποι – αυστραλοπίθηκοι – φυλογενετικά δέντρα εξελικτικής ιστορίας – χαρακτηριστικά αρχέγονων homo – γνωρίσματα Νεαντερτάλιων – θεωρίες για την προέλευση του ανθρώπου, η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου, ο νεοδαρβινισμός – το μοντέλο της μιτοχονδριακής Εύας – η λειτουργία της φυσικής επιλογής στην εξέλιξη της γλώσσας – τεχνολογίες και τυπολογίες λίθινων προϊστορικών εργαλείων.

C. R. Darwin, Η καταγωγή των ειδών, μτφρ. Δ.Ε.Π. Τμήματος Βιολογίας Πανεπιστημίου Πατρών, επιμ. σειράς Α. Αστρινάκη, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, τ. 1-2, Αθήνα 2010.
C. R. Darwin, Η καταγωγή του ανθρώπου, μτφρ. Β. Βασιλείου, Γκοβόστης, Αθήνα 2006.
Βλ. R. Leakey, Η απαρχή του ανθρώπινου είδους. Μια παλαιοανθρωπολογική εξερεύνηση, μτφρ. Γ. Κυριακόπουλος – Σ. Μανώλης, Κάτοπτρο, Αθήνα 1996.
A. Leroi - Gourhan, Το έργο και η ομιλία του ανθρώπου: Τεχνική και γλώσσα, μτφρ. Α. Ελεφάντης, τ. 1, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000.
A. Leroi - Gourhan, Το έργο και η ομιλία του ανθρώπου: Η μνήμη και οι ρυθμοί, μτφρ. Α. Ελεφάντης, τ. 2, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000.

Σύνδεσμοι:
1. Human Evolution and Why It Matters: A Conversation with Leakey and Johanson: http://www.youtube.com/watch?v=pBZ8o-lmAsg



2. Darwin, Lucy and the Quest for Human Origins: http://www.youtube.com/watch?v=ztK-k2PS64c&feature=related




Η εννοιολόγηση της θρησκείας στην ιστορία του πολιτισμού.

Thomas Hylland Eriksen, Μικροί τόποι, μεγάλα ζητήματα: Μια εισαγωγή στην κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, μτφρ. Α. Κατσικερός, επιμ. Ι. Μάνος, Κριτική, Αθήνα 2007, σ. 333-359.
Jürgen Habermas, Η διαλεκτική της εκκοσμίκευσης: Λόγος και θρησκεία, μτφρ. Η. Τσιριγκάκης, επιμ. σειράς Σ. Ζουμπουλάκης, Εστία, Αθήνα 2010.
Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Φιλοσοφία της θρησκείας, μτφρ. Σ. Γιακουμής, Ηριδανός, Αθήνα 2011.

Συνάντηση 8η, 9η και 10η
Τέχνη και αισθητηριακή ικανότητα στην ιστορία του πολιτισμού. Η γέννηση της αισθητικής ως γνωστικού κλάδου. Η παρακμή της αισθητικής, η αποδέσμευση της τέχνης από την οπτική του υποκειμένου και το χαϊντεγγεριανό σχέδιο απόσπασης της τέχνης από τον ορίζοντα της αισθητικής.

Βλ. Martin Heidegger, Νίτσε: Η βούληση για ισχύ ως τέχνη, εισαγωγή Γ. Μαγγίνη, μτφρ. Γ. Ηλιόπουλος, επιστ. θεώρηση Γ. Ξηροπαΐδης, Πλέθρον, Αθήνα 2011.
Heidegger, Schapiro, Derrida (Συλλογικό έργο), Τα παπούτσια του Van Gogh: 3+1 κείμενα, μτφρ. Γ. Τζαβάρας – Γ. Αργυροπούλου – Ν. Δασκαλοθανάσης, επιμ. Ν. Δασκαλοθανάσης, Άγρα, Αθήνα 2006.
Martin Heidegger, Η τέχνη και ο χώρος, μτφρ. Γ. Τζαβάρας, επιμ. σειράς Δ. Αρμάος, Ίνδικτος, Αθήνα 2006.
Martin Heidegger, Η προέλευση του έργου τέχνης, μτφρ. Γ. Τζαβάρας, επιμ. Γ. Τζαβάρας, Δωδώνη, Αθήνα 1986.

Συνάντηση 11η, 12η και 13η
Τα μονοπάτια προς χρήση στην ιστορία του πολιτισμού:
1. Η συνεισφορά του πολιτισμικού κεφαλαίου στη μορφή του πολιτισμού,
2. Ο πολιτισμός ως συμβολική μορφή και η συμβολική συγκρότηση των ενσώματων πρακτικών.
3. Παράδοση vs Νεωτερικότητας

Βλ. Pierre Bourdieu, Η αίσθηση της πρακτικής, μτφρ. και επιμ. Θ. Παραδέλλης, επιμ. σειράς Ε. Παπαταξιάρχης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006.
Pierre Bourdieu, Η διάκριση: Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, μτφρ. Κ. Καψαμπέλη, επιμ. σειράς Ν. Παναγιωτόπουλος, Πατάκης, Αθήνα 2002.
Clifford Geertz, Η ερμηνεία των πολιτισμών, μτφρ. Θ. Παραδέλλης, επιμ. σειράς Ε. Παπαταξιάρχης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003.
Anthony Giddens, Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, επιμ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Κριτική, Αθήνα 2001.
Marshall Sahlins, Πολιτισμός και πρακτικός λόγος, μτφρ. Ν. Κούρκουλος. επιμ. Θόδωρος Παραδέλλης, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2003.

Εργογραφία παραδειγματικών περιπτώσεων:
1. Albanese Maria Ausilia, Χαμένοι πολιτισμοί: Η ανακάλυψη των μεγάλων πολιτισμών του παρελθόντος, μτφρ. Μ. Αλεβίζου, Καρακώτσογλου, Αθήνα 1999.
2. Albanese Maria Ausilia, Αρχαία Ινδία: Από τη γένεση ως τον 13ο αιώνα μ.Χ., μτφρ. Γ. Κουσουνέλου, Καρακώτσογλου, Αθήνα 2001.
3. Bernal Ignacio - Simoni-Abbat Mireille, Baudez Claude-François - Becquelin Pierre, Αζτέκοι, από τις απαρχές έως τον 16ο αιώνα, επιμ. σειράς Sacchi Luisa – Sartori Cristina, μτφρ. Ν. Χατζίκου – Ο. Βώτη, Η Καθημερινή (Βιβλιοθήκη Τέχνης· Μεγάλοι Πολιτισμοί · 14), Αθήνα 2008.
4. Longhena Maria, Μάγια και Αζτέκοι: Ιστορία και πολιτισμός των προκολομβιανών λαών του αρχαίου Μεξικού, μτφρ. Γ. Κουσουνέλου, Καρακώτσογλου, Αθήνα 2002.
5. Parrot André, Σουμέριοι, οι απαρχές του πολιτισμού στην Εγγύς Ανατολή, επιμ. σειράς Sacchi Luisa – Sartori Cristina, μετάφραση Β. Καραΐσκου, Η Καθημερινή (Βιβλιοθήκη Τέχνης· Μεγάλοι Πολιτισμοί · 11), Αθήνα 2007.
6. Scarpari Maurizio, Αρχαία Κίνα: Ο κινεζικός πολιτισμός από την αρχαιότητα μέχρι τη δυναστεία των Τανγκ, μτφρ. Γ. Κουσουνέλου, Καρακώτσογλου, Αθήνα 2000.
7. Sherman D. – Grunfeld A. T. – Markowitz G. – Rosner D. – Heywood L., World Civilizations. Sources, Images, and Interpretations, τ. Ι, Νέα Υόρκη 2006.
8. Siliotti Alberto, Αίγυπτος: Το μεγαλείο ενός αρχαίου πολιτισμού: Ναοί, άνθρωποι και θεοί, μτφρ. Μ. Αλεβίζου, Καρακώτσογλου, Αθήνα 1999.
9. Stierlin Henri, Ισλαμική τέχνη: Η εξάπλωση του περσικού ρυθμού από το Ισπαχάν μέχρι το Τατζ Μαχάλ, επιμ. Γ. Κουσουνέλου, μτφρ. Γ. Κουσουνέλου, Καρακώτσογλου, Αθήνα 2003.
10. Tiradritti Francesco, Η αρχαία Αίγυπτος: Από τις πυραμίδες στην Κλεοπάτρα, τα αριστουργήματα ενός μεγάλου πολιτισμού, επιμ. Λ. Γαλάνης, μτφρ. Γ. Νάκας, Ημερησία, Αθήνα 2006.
11. Todorov Tzvetan, Η κατάκτηση της Αμερικής: Το πρόβλημα του άλλου, μτφρ. Κ. Καψαμπέλη, Νήσος, Αθήνα 2004.
12. Uhlig Helmut, Οι Σουμέριοι: Ένας λαός στις απαρχές της ιστορίας, μτφρ. Μ. Κόντη, Κονιδάρης, Αθήνα 2003.
13. Κονδύλη-Μπασούκου Ελένη, Αραβικός πολιτισμός, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009 (4η έκδοση).


2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ Π603 (ΣΤ΄ ΕΞΑΜΗΝΟ)
Πρόθεση του μαθήματος είναι να καλυφθεί το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών για την πολιτισμική ιστορία και συνάμα τίθεται ένας δεύτερος στόχος ώστε να καταδειχθεί η πολιτισμική διάσταση κυρίαρχων οικονομικοκοινωνικών φαινομένων με έμφαση στη σχέση πολιτισμού και κοινωνίας. Το μάθημα έχει στόχο να παρουσιάσει το θεωρητικό, μεθοδολογικό και θεματικό πλαίσιο των πολιτισμικών σπουδών στο επίπεδο της ερμηνείας και της συγκρότησης των σύνθετων κοινωνικών και πολιτισμικών ζητημάτων.
Ειδικότερα, επιχειρεί να προσεγγίσει το φαινόμενο του πολιτισμού σε όλο το φάσμα των εκδηλώσεων του, όπως αυτό γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης στο ευρύ πεδίο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτή η διεπιστημονική προσέγγιση του πολιτισμού με σύγχρονα θεωρητικά εργαλεία έχει στόχο να καταδείξει τη διαπλοκή των ερμηνευτικών προσεγγίσεων με τις αντίστοιχες ιστορικές συνθήκες που τις δημιούργησαν. Η προσέγγιση του πολιτισμικού φαινομένου από διαφορετικές οπτικές, π.χ. ως μηχανισμός παραγωγής και οικονομικής εξάρτησης, ως συμβολικό κεφάλαιο, τρόπος ζωής, κοινωνική πρακτική, έμφυλη ταυτότητα, πολιτισμικό πεδίο, κοινωνική αναπαραγωγή, προδιαθέσεις ή έξεις, κ.ο.κ., με τη χρήση ποικίλων παραδειγματικών περιπτώσεων, αναδεικνύει τη σχέση ρήξης, αλλά και συνέχειας, του παραδοσιακού με το νεωτερικό/μετανεωτερικό και προετοιμάζει τους φοιτητές για να προσεγγίσουν αναστοχαστικά τα πολιτισμικά φαινόμενα, υλικά ή μη.
Στο πλαίσιο του μαθήματος καταβάλλεται επίσης προσπάθεια η πολιτισμική θεωρία να συμβάλει, στο επίπεδο της ανθρώπινης εμπειρίας, στην κατανόηση της επίδρασης του πολιτισμού στην κοινωνική ζωή, αλλά και στον ουσιαστικότερο έλεγχο και κατανόηση της πραγματικότητας, στην προσέγγιση επίσης ζητημάτων που άπτονται της πολιτισμικής κατασκευής του εαυτού και της ταυτότητας, καθώς και στην προσέγγιση της λειτουργίας: α. του πολιτισμού στη διατήρηση των ανισοτήτων ή στην εξασφάλιση μορφών αλληλεγγύης, β. των κοινωνικών συγκρούσεων και των εξουσιαστικών δομών, γ. του ρόλου της ιδεολογίας και της πίστης στη συγκρότηση των πολιτισμικών διαδικασιών.
Ενδεικτικά αναλύονται, μεταξύ άλλων, οι κλασικές κοινωνικές θεωρίες των Karl Marx, Emile Durkheim, Max Weber, George Simmel, η κοινωνιολογική θεωρία του Talcott Parsons, οι στοχαστές της Σχολής της Φραγκφούρτης με έμφαση στο έργο του Walter Benjamin και στο δομιστικό πρότυπο κοινωνικών σχέσεων του Louis Althusser, οι μικροθεωρίες των συμβολικών αλληλεπιδράσεων του Erving Goffman, η συμβολική αξία πολιτισμικών πρακτικών, όπως εξετάζονται στο έργο του Marcel Mauss, η συγκρότηση της οριακότητας και του συμβολικού ορίου, όπως περιγράφεται από την Mary Douglas, το κίνημα του δομισμού (στρουκτουραλισμού) με αναφορά στο έργο του κορυφαίου δομιστή θεωρητικού του πολιτισμού Claude Lévi-Strauss, αλλά και στον εκπρόσωπο του δομισμού Marshall Sahlins, η μεταδομιστική σκέψη του Michel Foucault με έμφαση στις μορφές κανονικοποίησης του σώματος μέσω των ποικίλλων πρακτικών ελέγχου, η λειτουργία των πρακτικών ως αναπαραγωγή κοινωνικών σχέσεων και η λειτουργία των έξεων στην αναπαραγωγή αντικειμενικών δομών του Pierre Bourdieu, ο συσχετισμός ατομικού και κοινωνικού με τα εξειδικευμένα συστήματα της μετανεωτερικότητας, όπως συγκροτήθηκαν στον Anthony Giddens, η αυτοκαταναγκαστική πρακτική στον έλεγχο των σωματικών λειτουργιών στην ανάλυση του κοινωνιολόγου Norbert Elias, οι κειμενικές αναλύσεις του πολιτισμού του Κέντρου Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών του Μπέρμινγχαμ με τις μελέτες για την ταξική κουλτούρα και, τέλος, η συγκρότηση του πολιτισμού ως περίπλοκου δικτύου σημείων με την αφηγηματική πυκνή περιγραφή του Clifford Geertz.

Cultural Theory
The course aims to contribute to the understanding of the impact of culture upon social life, to the substantial control and understanding of reality, to the approach also of issues related to the cultural construction of self and identity, and to the role of culture in maintaining and reproducing systems of inequality or enabling forms of solidarity, of social conflict and power structures, of the role of ideology and faith in the constitution of cultural processes. Indicatively are analyzed the following: 1. The social theories of Karl Marx, Emile Durkheim, Max Weber and George Simmel, 2. The sociological theory of Talcott Parsons, 3. The thinkers of the Frankfurt School with emphasis on the work of Walter Benjamin and Louis Althusser’s theory of social relations, 4. The micro theory of symbolic interactionism of Erving Goffman, 5. The symbolic value of cultural practices, as discussed in the work of Marcel Mauss, 6. The formation of the symbolic meaning of the threshold as discussed by Mary Douglas, 7. The structuralist movement with special emphasis on the work of Claude Lévi-Strauss, and Marshall Sahlins, 8. The Michel Foucault’s post-structuralism with emphasis on forms of normalization of the body through a variety of control practices, 9. The function of practices as reproduction of social relations and the significance of the “habitus” in Pierre’s Bourdieu social theory, 10. The correlation of individual and social actions as set up in Anthony Giddens’ work, 11. The practices of self-restraint and of bodily functions as treated by the sociologist Norbert Elias, 12. The analysis on class and ideology of the Birmingham Centre for Contemporary Cultural Studies, 13. Finally, the formation of culture as a complex network of relations in connection with Clifford Geertz’s “thick description”.

Συναντήσεις (1η και 2η)
Θεματικές:
1. Ο πολιτισμός ως ενικός – Ο πολιτισμός ως πληθυντικός.
2. Περί διαφορετικότητας των πολιτισμών και το έργο του Franz Boas.
3. Η προσέγγιση των πολιτισμικών φαινομένων από τον Claude Lévi-Strauss και η λειτουργία της δομικής μεθόδου στον προσδιορισμό της ταυτότητας των πολιτισμών.
4. Η ειδοποιός διάσταση μεταξύ φύσης και πολιτισμού και το παράδειγμα του πλατωνικού Φαίδρου.
5. Η επικοινωνιακή λειτουργία του πολιτισμού και ο πολιτισμικός διαχωρισμός.
6. Ο Διαφωτισμός και η έννοια της προόδου κατά τον Immanuel Kant και η άρνηση της από τον Johann Gottfried Herder.
7. Η δυναμική του ατομικισμού και το ναρκισσιστικό εγώ και η νεοτοκβιλιανή φιλοσοφική θεώρηση του Gilles Lipovetsky.
8. Ατομισμός ή νέα μορφή απανθρωπιάς του  Alain Finkielkraut.

Εργογραφία :
1. Dirk Baecker, Επικοινωνία, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Σμίλη, Αθήνα 2008.
2. Franz Boas, Η σκέψη του πρωτόγονου ανθρώπου και η πρόοδος του πολιτισμού, μτφρ. Β. Κοκοντίνη, επιμ. Δ. Νταβέας, Printa, Αθήνα 2009.
3. Peter Burke, Τι είναι πολιτισμική ιστορία;, εισαγωγή και μτφρ. Σ. Σηφάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.
4. Peter Burke, Πολιτισμικός υβριδισμός, μτφρ. Ε. Σταματοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2009.
5. M. Gauchet, Η απομάγευση του κόσμου. Μια πολιτική ιστορία της θρησκείας, μτφρ. Α. Κλαμπατσέα, Πατάκης, Αθήνα 2000.
6. Clifford Geertz, Διαθέσιμο φως. Ανθρωπολογικοί στοχασμοί για φιλοσοφικά θέματα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009.
7. Alain Finkielkraut, Η αχαριστία. Συζήτηση για την εποχή μας με τον Αντουάν Ρομπιτάιγ, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Scripta, Αθήνα 2005.
8.  Alain Finkielkraut,  Η χαμένη ανθρωπότητα: Δοκίμιο για τον 20ό αιώνα, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
9. Johann Gottfried Herder, Πραγματεία περί της καταγωγής της γλώσσας, μτφρ.-επιμέλεια Γ. Καραπαπάς, τροπή, Αγρίνιο 2007.
10. Immanuel Kant, Δοκίμια, Εισαγωγή-μτφρ.-σχόλια Ε.Π. Παπανούτσος, Δωδώνη, Αθήνα 1971.
11. Claude Lévi-Strauss, Δομική ανθρωπολογία, τ. 1, μτφρ. Θ. Παραδέλλης, Κέδρος, Αθήνα 2010.
12. Gilles Lipovetsky, Η εποχή του κενού. Δοκίμια για τον σύγχρονο ατομικισμό, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2009 (2η έκδοση).
13. Alain Renaut, Η φιλοσοφία, μτφρ. Τ. Μπέτζελος, επιμ. μετάφρασης Α. Στυλιανού, Πόλις, Αθήνα 2009.

Συναντήσεις (3η και 4η)
1. Το τέλος της αυθεντίας και η έκφραση της ατομικότητας. Αλλοτρίωση vs εκδημοκρατισμού και η οπτική του Gilles Lipovetsky.
2. Ο Άλλος ως πολιτισμική αναγκαιότητα. Ταυτότητα και ετερότητα.
α. Η θεώρηση της υποκειμενικότητας όπως την επεξεργάστηκε ο René Descartes.
Βλ. René Descartes, Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, μτφρ.-σημειώσεις-σχόλια Ε. Βανταράκης, Εκκρεμές, Αθήνα 2003.
β. Η ετεροσχεσία ως πρόβλημα και η αλλοτριωτική της κατάσταση στη σκέψη του Jean - Paul Sartre. Παρουσίαση του έργου του "Κεκλεισμένων των θυρών".
Βλ. Jean - Paul Sartre, Κεκλεισμένων των θυρών, μτφρ. Ζ. Σαμαρά, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.





γ. Η ετεροσχεσία ως απαραίτητη συνθήκη ύπαρξης της αυτοσχεσίας της συνείδησης. Ο στοχασμός για τη διυποκειμενική σχέση στον Johann Gottlieb Fichte.
Βλ. Johann Gottlieb Fichte, Ο προορισμός του ανθρώπου, μτφρ. Θ. Πενολίδης, Κράτερος, Αθήνα 2010.
Johann Gottlieb Fichte, Οδηγός για μια ευτυχισμένη ζωή, μτφρ. Θ. Λουπασάκης, επιμ. Π. Κλιματσάκης, Ροές, Αθήνα 2007.
δ. Η φαινομενολογική προσέγγιση του Άλλου, Εμμένεια και Υπερβατικότητα στον Edmund Husserl και η έκθεση του Εγώ στον Άλλο.
Βλ. Edmund Husserl, Καρτεσιανοί στοχασμοί, μτφρ. Π. Κόντος, Ροές, Αθήνα 2002.
ε. Η διυποκειμενικότητα ως διάνοιξη στην ετερότητα στον Emmanuel Lévinas.
Βλ. Emmanuel Lévinas, Ολότητα και άπειρο: Δοκίμιο για την εξωτερικότητα, μτφρ. Κ. Παπαγιώργης, Εξάντας, Αθήνα 1989.
στ. Η αναγνώριση του Άλλου και η προβληματική της συνάντησης μαζί του στον Clifford Geertz.
Βλ. Clifford Geertz, Διαθέσιμο φως: Ανθρωπολογικοί στοχασμοί για φιλοσοφικά θέματα, μτφρ. Π. Μαρκέτου, επιμ. σειράς Ε. Παπαταξιάρχης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009.
ζ. Ουσιοκρατικός ανθρωπισμός και η πολυμορφία των παραδόσεων.
Η πολυμορφία των πολιτισμών στη βάση της αδιαφοροποίητης αλλά και της διαφορετικής ταυτότητας, όπως την επεξεργάστηκε ο Claude Lévi-Strauss.
Βλ. Claude Levi - Strauss, Φυλή και ιστορία. Φυλή και πολιτισμός, μτφρ. Α. Δ. Στεφανής, Πατάκης, Αθήνα 2003.

Συναντήσεις (5η και 6η)
1α. Αυθεντία και εξουσία.
Hannah Arendt, Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας, Λεβιάθαν, Αθήνα 1996.
Alain Renaut, Το τέλος της αυθεντίας, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Πόλις, Αθήνα 2007.
1β. Εξουσία και πειθαρχικοί μηχανισμοί. Η οργάνωση της αντίστασης του Michel Foucault.
Quentin Skinner (επιμ.), Μετά τον εμπειρισμό. Φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, μτφρ. Χ. Μαρσέλλος – Κ. Χατζής, επιστ. επιμ.-σχόλια Κ. Χατζής, Κάτοπτρο, Αθήνα 2006, 97-119.
Michel Foucault, Οι μη κανονικοί. Παραδόσεις στο Κολέγιο της Γαλλίας, 1974-1975, μτφρ. Σ. Σιαμανδούρας, Εστία, Αθήνα 2010.
2. Η γλώσσα ως σύστημα σημείων του Ferdinand de Saussure.
Ferdinand de Saussure, Μαθήματα γενικής Γλωσσολογίας, μτφρ.-σχόλια-προλογικό σημείωμα Φ. Δ. Αποστολόπουλου, Παπαζήσης, Αθήνα 1979.
Michel Foucault, Οι λέξεις και τα πράγματα. Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, μτφρ. Κ. Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1993 (2η έκδοση), 125-183.
Friedrich Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό. Πρελούδιο σε μια φιλοσοφία του μέλλοντος, μτφρ.-επιμ. Ζ. Σαρίκας, Νησίδες, Σκόπελος 1999, 165-167 (παρ. 268).

Συνάντηση 7η, 8η και 9η
Ο δομισμός του Claude Lévi-Strauss, οι στοιχειώδεις δομές των φαινομένων του πολιτισμού, η επανένταξη του πολιτισμού στη φύση, ο συμβολισμός της «άγριας» σκέψης, η ταξινομική της λογική, ο τοτεμισμός και οι δυαδικές αντιθέσεις.
Claude Lévi - Strauss, Δομική ανθρωπολογία, μτφρ. – επιμ. Θ. Παραδέλλης, τ. 1, Κέδρος, Αθήνα 2010.
Claude Levi - Strauss, Το ωμό και το μαγειρεμένο, Αρσενίδης, Αθήνα 2001.
Claude Lévi - Strauss, Θλιβεροί τροπικοί, μτφρ. Β. Λούβρου, Χατζηνικολή, Αθήνα 2000 (5η έκδ.).
Claude Lévi - Strauss, Άγρια σκέψη, μτφρ. Ε. Καλπουρτζή, επιμ. Α. Κυριακίδου – Νέστορος, Παπαζήσης, Αθήνα 1977.

Σύνδεσμοι:
1. http://www.youtube.com/watch?v=SAJtFry20uE


2. http://www.youtube.com/watch?v=rmUvV59nAuQ&feature=related


3. http://www.youtube.com/watch?v=uAjB5enq4QE&feature=related


4. http://www.youtube.com/watch?v=rPTlX4eHLJI&feature=related


5. http://www.youtube.com/watch?v=pTDgQ663XbY&feature=related


6. http://www.youtube.com/watch?v=4-TXnOJ-BIE&feature=related



Η ανθρώπινη φύση ως πολιτισμικά διαπλασμένη καταστασιακότητα.
Βλ. Marshall Sahlins, Η δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης, μτφρ. Ν. Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2008.

Η πραγμάτωση της ιστορίας στον Georg Wilhelm Friedrich Hegel και ο φυσικός νόμος της ιστορίας στον Auguste Comte.
Βλ. Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Ο Λόγος στην ιστορία: Εισαγωγή στη φιλοσοφία της ιστορίας, μτφρ. Π. Θανασάς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2006.
Pierre Macherey, Κοντ: Η φιλοσοφία και οι επιστήμες, μτφρ. Δ. Αθανασάκης, επιμ. Ε. Ποταμιάνου, Πατάκης, Αθήνα 2002.

Συνάντηση 10η
Η λειτουργία των αγορών και η δημοκρατία του έθνους-κράτους.
Η κατάρρευση μιας κοινωνικά δίκαιης κοινωνίας στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας.
Βλ. Jürgen Habermas, Ο μεταεθνικός αστερισμός, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Πόλις, Αθήνα 2003.
Jürgen Habermas, Η εποχή των μεταβάσεων: Μικρά πολιτικά κείμενα ΙΧ, μτφρ. Μ. Τοπάλη – Ε. Παπαδάκη, επιμ. Β. Βουτσάκης, Scripta, Αθήνα 2006.
Naomi Klein, Το δόγμα του σοκ: Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μτφρ. Α. Φιλιππάτος, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2010.
Βασίλης Φιοραβάντες (επιμ.), Τέχνη, πολιτισμός, παγκοσμιοποίηση: Συλλογική έκδοση προβληματικής για την παγκοσμιοποίηση, Παπαζήσης, Αθήνα 2005.

Συνάντηση 11η, 12η και 13η
1. Η εργασιακή συνθήκη της ύπαρξης του ανθρώπινου όντος, και β. η εργασία ως σκοπός ή μέσο της ανθρώπινης διάστασης.
Βλ.:
α. Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Φαινομενολογία του πνεύματος, εισαγωγή - μτφρ. – σχόλια Δ. Τζωρτζόπουλος, τ. 1, Δωδώνη, Αθήνα 1995.
β. Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση: Vita activa, μτφρ. Σ. Ροζάνης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, επιμ. σειράς Π. Κονδύλης, Γνώση, Αθήνα 1986, σ. 189-240.
γ. John Locke, Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως: Δοκίμιο με θέμα την αληθινή αρχή, έκταση και σκοπό της πολιτικής εξουσίας, μτφρ. Π. Μ. Κιτρομηλίδης, Πόλις, Αθήνα 2010.

2. Προτεσταντισμός και κεφαλαιοκρατική οικονομία.
Βλ.:
α. Randall Collins, Max Weber, μτφρ. Γ. Κ. Τσέντος, επιμ. σειράς Δ. Λεβεντάκος, Πατάκης, Αθήνα 2002.
β. Max Weber, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μτφρ. Μ. Γ. Κυπραίου, πρόλογος-θεώρηση-επιμ. Β. Φίλιας, Gutenberg, Αθήνα 2000.
γ. Max Weber, Οικονομία και κοινωνία: Κοινωνιολογία της εξουσίας, μτφρ. και επιμ. Θ. Γκιούρας, επιμ. σειράς Μ. Σπουρδαλάκης, Σαββάλας, Αθήνα 2009.

Για την κινηματογραφική εκδοχή της διαπλεκτικότητας προτεσταντισμού και καπιταλισμού, βλ. το There Will Be Blood σε σκηνοθεσία Paul Thomas Anderson (ΗΠΑ, 2007):


Για την κινηματογραφική γελοιοποίηση του κυνισμού του κέρδους, βλ.
το Glengarry Glen Ross του David Mamet, σε σκηνοθεσία James Foley (ΗΠΑ, 1992).


3. Η έννοια του Διαφωτισμού και η κριτική στην ορθολογικότητα στη Σχολή της Φραγκφούρτης.
Βλ.:
α. Theodor W. Adorno – Max Horkheimer, Διαλεκτική του διαφωτισμού: Φιλοσοφικά αποσπάσματα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, επιμ. Γ. Κουζέλης, Νήσος, Αθήνα 1996.
β. Martin Jay, Η διαλεκτική φαντασία: Μια ιστορία της Σχολής της Φρανκφούρτης & του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας, 1923 – 1950, μτφρ. Φ. Τερζάκης, επιμ. Κ. Λιβιεράτος – Γ. Σαγκριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009.

4. Η καπιταλιστική νεωτερικότητα και η παγκοσμιοποίηση: Περιβάλλοντα εμπιστοσύνης και διακινδύνευσης.
Βλ.:
α. Anthony Giddens, Ο κόσμος των ραγδαίων αλλαγών [e-book]: Πώς επιδρά η παγκοσμιοποίηση στη ζωή μας, μτφρ. και επιμ. σειράς Κ. Δ. Γεώρμας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2011.
β. Anthony Giddens, Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, επιμ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Κριτική, Αθήνα 2001.
γ. Fredric R. Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα: Δοκίμιο για την οντολογία του παρόντος, μτφρ. Σ. Μαρκέτος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007.

Οι φοιτήτριες/φοιτητές καλούνται συμπληρωματικά, εκτός από την παραπάνω βιβλιογραφία, να χρησιμοποιήσουν για τις εξετάσεις του μαθήματος, παράλληλα με τις προσωπικές τους σημειώσεις με τις παραδειγματικές περιπτώσεις που αναλύθηκαν, και τις ακόλουθες σελίδες από το βιβλίο του:
Paul Smith, Πολιτισμική Θεωρία. Μια εισαγωγή, εισαγωγή-επιμέλεια Ν. Μπουμπάρης, μτφρ. Α. Κατσίκερος, Κριτική, Αθήνα 2006, σ. 9-17, 25-31, 33-75, 94-97, 119-121, 129-144, 161-175, 185-205, 211-235, 303-309, 315-317, 329-343, 350-374.
Επίσης καλούνται να συμβουλευτούν τα ακόλουθα βιβλία:
1. Βασίλης Φιοραβάντες, Θεωρία πολιτισμού. Μετακριτική, πολιτισμός και άνθρωπος, Ψηφίδα, Αθήνα 2004.
2. Βασίλης Φιοραβάντες, Θεωρία πολιτισμού. Τέχνη, κουλτούρα, αισθητική. Ο άνθρωπος αντιμέτωπος με την παγκοσμιοποίηση, Ψηφίδα, Αθήνα 2004.


3. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΕΠ 511 (Ε' εξάμηνο)
Το μάθημα παρακολουθεί την ίδρυση, την επέκταση, τη συρρίκνωση και την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας μέσα από μια σειρά επιμέρους θεματικών ενοτήτων, που άπτονται της ιστορίας και του υλικού της πολιτισμού. Το Βυζάντιο, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, κυριάρχησε κυρίως στο ανατολικό μέρος της Μεσογείου για έντεκα περίπου αιώνες (324-1453). Επρόκειτο για μια θεοκρατική και αυστηρά ιεραρχημένη αυτοκρατορία, με ισχυρή διοικητική οργάνωση, κεντρική διοίκηση και δυνατό νόμισμα, που ο πολιτισμός που παρήγαγε γεννήθηκε ρωμαϊκός και στην ακμή της έγινε έντονα ελληνικός. Σημαντικό όμως μέρος της λαμπρότητάς του ο βυζαντινός πολιτισμός το χρωστά στην ποικιλομορφία των επαφών του, ειρηνικών και πολεμικών, με το σασσανιδικό Ιράν, το Ισλάμ, τα βασίλεια της Αρμενίας και της Γεωργίας, τα σλαβικά κρατίδια, τη δυτική Ευρώπη.
Σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της ουσίας του Βυζαντίου εξετάζονται:
-Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η πολεοδομική της οργάνωση.
-Οι θεολογικές έριδες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι.
-Η ανάπτυξη και η σπουδαιότητα του μοναχισμού.
-Η πίστη των Βυζαντινών.
-Η οικονομική οργάνωση της αυτοκρατορίας.
-Η αυτοκρατορική αυλή.
-Η περίοδος της Εικονομαχίας.
-Η σχέση της αυτοκρατορικής ιδεολογίας με την εκκλησιαστική εξουσία.
-Οι επαφές του Βυζαντίου με τους ξένους πολιτισμούς.
-Το σχίσμα των εκκλησιών.
-Προσωπικότητες του Βυζαντίου μέσα από τις πηγές (Πατριάρχης Φώτιος και Θεόδωρος Μετοχίτης) και η εκπαίδευση.
-Οι σταυροφορίες, η λατινική κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και οι περιφερειακές αυτοκρατορίες της Τραπεζούντας, της Νίκαιας, της Άρτας και του Μυστρά.
-Η ενωτική και η ανθενωτική πολιτική.
-Η πτώση του 1453.
-Το πάθος και η σωματικότητα στη βυζαντινή τέχνη.
-Συμπληρωματικά, παρουσιάζονται σημαντικές πτυχές της εξέλιξης του υλικού πολιτισμού (τοιχογραφίες, εικόνες, χειρόγραφα, ψηφιδωτά, έργα της αργυροχοΐας και της κεραμικής).

Στην φροντιστηριακή ώρα εξετάζονται ζητήματα παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής αρχιτεκτονικής: Ειδικότερα, παρουσιάζεται η εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής (κοσμικής και εκκλησιαστικής) από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου μέχρι και την Άλωση (324-1453).
Εξετάζονται: η αρχιτεκτονική των παλαιοχριστιανικών χρόνων (4ος -7ος αι.), των λεγόμενων «σκοτεινών αιώνων» (7ος – 8ος αι.), των μεσοβυζαντινών χρόνων (9ος – 12ος αι.), καθώς και των υστεροβυζαντινών χρόνων (13ος – 15ος αι.)
Η βυζαντινή αρχιτεκτονική προσεγγίζεται μέσα από διάφορες οπτικές:
1. Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
2. Κατηγορίες μνημείων και εξέλιξη αρχιτεκτονικών τύπων.
3. Οργάνωση πόλεων και πολεοδομικός ιστός.
4. Σχέση λειτουργικών πρακτικών και αρχιτεκτονικής.
5. Οικοδομική δραστηριότητα στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και στις επαρχίες.
6. Ρόλος χορηγών και τεχνιτών.
7. Υλικά δομής, αρχιτεκτονικός διάκοσμος και αισθητικές εμπειρίες.
8. Γραπτές πηγές και αρχιτεκτονική.

Introduction to the Byzantine Civilization
The course follows the establishment, expansion, contraction and decline of the Byzantine Empire through a series of thematic sections. Byzantium, with Constantinople as its capital, dominated in the eastern part of the Mediterranean for eleven centuries (324-1453). This was a theocratic and strictly hierarchical empire, with strong logistics, central government and strong currency. The Byzantine culture was born Roman and at the peak of its glory became intensely Greek. But the Byzantine civilization owes a big part of its splendour to the diversity of contacts, peaceful or hostile, with the Sassanian Iran, Islam, the kingdoms of Armenia and Georgia, the Slavic states, the western Europe. In an effort to highlight the special character of the Byzantine civilization are considered: 1. The establishment of Constantinople and its urban organization, 2. The theological disputes and the Ecumenical Synods, 3. The development and importance of monasticism, 4. The established faith of the Byzantine empire, 5. The economic organization of the Byzantine empire, 6. The imperial court, 7. The two Iconoclastic periods, 8. The relationship of the imperial ideology to the ecclesiastical authority, 9. The contacts of the Byzantine culture with foreign cultures, 10. The Great Schism of the Church, 11. The eminent personalities of Byzantium through the sources (Patriarch Photios and Theodore Metochites) and the educational system in Byzantine Empire, 12. The Crusades, the Latin occupation of Constantinople and the regional empires of Trebizond, Nice, Arta and Mistras, 13. The unifying and anti-unifying policies of Byzantium, 14. The Fall of 1453, 15. The representation of the body and the motions in Byzantine art, 16. Additionally, significant aspects of the evolution of material culture (mural paintings, icons, manuscripts, mosaics, works of silversmith and ceramics) are treated. In the tutorial hour we examine issues of the early Christian and Byzantine architecture: In particular, the performance of Byzantine architecture (secular and religious) from the time of Constantine until the Fall (324-1453). We consider the architecture of the early Christian period (4th-7th c.), of the so-called "dark ages" (7th-8th c.), of the Middle Byzantine period (9th-12th c.) and of the Late Byzantine period (13th to 15th century). Byzantine architecture is approached through various perspectives: 1. The economic and social conditions, 2. The typology of monuments and the evolution of architectural types, 3. The urban organisation, 4. The relationship between functional and architectural practices, 5. The construction activity in the capital of the empire and in the provinces, 6. The role of donors and craftsmen, 7. The building materials, the architectural decoration and the aesthetic experiences, 8. The contribution of written sources to architecture.

Ενδεικτική εργογραφία για την αρχιτεκτονική:
1. Foss, C., Η ζωή στην πόλη και στην ύπαιθρο, στο Mango, C., (επιμ.) Ιστορία του Βυζαντίου, μτφρ. Ο. Καραγιώργου, Νεφέλη, Αθήνα 2006, 103-133.
2. Krautheimer, R., Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή αρχιτεκτονική, μτφρ. Φ. Μαλλούχου - Τούφανο, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1998 (2η έκδ.).
3. Mango, C., Byzantine Architecture (History of World Architecture), Electa, Milano 1985 (2η έκδ.).
4. Mango, C., Βυζάντιο: Η αυτοκρατορία της νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Ι. Τσουγκαράκης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988, 301-330.
5. Ousterhout, R., Master Builders Of Byzantium, Princeton University Press, Princeton 1999 (ανατ. University of Pennsylvania Museum Publication 2007).
6. Saradi, H., The Byzantine City in the Sixth Century: Literary Images and Historical Reality, Monographs of Messenian Archaeological Studies, Athens, 2006.
7. Γκιολές, Ν., Βυζαντινή ναοδομία: 600-1204, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992 (2η έκδ.).
8. Γκιολές, Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη: Ναοδομία (π.200-600), Γκέλμπεσης, Αθήνα 1998.
9. Μπούρας, Χ., Βυζαντινή και μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Μέλισσα, Αθήνα 2001.
10. Μπούρας, Χ. – Μπούρα Λ., Η ελλαδική ναοδομία κατά τον 12ο αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 2002.
11. Μπούρας, Χ., Ιστορία της αρχιτεκτονικής: Αρχιτεκτονική στο Βυζάντιο, το Ισλάμ και την δυτική Ευρώπη κατά τον μεσαίωνα, τ. 2, Μέλισσα, Αθήνα 1999, 13-280.

- Ενδεικτικές κατόψεις φάσεων βυζαντινής αρχιτεκτονικής:


Γενική κάτοψη παλαιοχριστιανικής βασιλικής Α΄Φθιωτίδων Θηβών Θεσσαλίας
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
 Κωνσταντινούπολη, Άγιοι Σέργιος και Βάκχος (Κάτοψη: Van Millingen) 


















----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφία (Κάτοψη: Ε. Αντωνιάδης)











--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Θεσσαλονίκη, Αγία Σοφία (Κάτοψη: Diehl)
------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Οι τέσσερις παραλλαγές των σταυροειδών εγγεγραμμένων τρουλλαίων ναών (κατόψεις) κατά τον Α. Ορλάνδο: α. Σύνθετος τετρακιόνιος, β. Ημισύνθετος τετρακιόνιος, γ. Απλός τετρακιόνιος, δ. Απλός Δικιόνιος

Παραδείγματα:
Άμφισσα, Σωτήρας, απλός δικιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος, πρώιμος 12ος













-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 Όσιος Λουκάς (κάτοψη): ο ναός της Παναγίας, αριστερά (β΄ μισό 10ου αιώνα) και το Καθολικό, δεξιά (αρχές 11ου αιώνα).
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μονή Δαφνίου στην Αττική (κάτοψη). Οκταγωνικός ναός, τελευταίο τέταρτο 11ου αιώνα.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Νέα Μονή Χίου (κάτοψη). Νησιωτικός οκταγωνικός ναός, 1045.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Συνάντηση 1η, 2η, 3η και 4η
Θεματικές:
α. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου και ο εκχριστιανισμός της αυτοκρατορίας, β. Η ίδρυση της «Νέας Ρώμης» και η μορφοποίηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, γ. Το τελετουργικό της ίδρυσης της Κωνσταντινούπολης και ο Ιππόδρομος, δ. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης και η πολιτική οργάνωση του Ιπποδρόμου, ε. Σχέσεις παγανισμού και ελληνισμού στην Ύστερη Αρχαιότητα, στ. Χριστιανισμός και παγανισμός και η ανάδυση της χριστιανικής σκέψης στην Ύστερη Αρχαιότητα, ζ. Ο εκχριστιανισμός της αυτοκρατορίας, η. Ο Ιουλιανός και η απόπειρα ανάκαμψης της ειδωλολατρίας, θ. Ο μοναχισμός, ι. Παλαιοχριστιανική τέχνη.














Γενική βιβλιογραφία:
1. Γλύκατζη - Ahrweiler, Ε., Γιατί το Βυζάντιο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.
2. Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1992 (2η έκδοση).
3. Herrin, J., Τι είναι το Βυζάντιο, μτφρ. Χ. Σαμαρά, επιμ. σειράς Τ. Θεοδωρόπουλος, Ωκεανίδα, Αθήνα 2008.
4. Cheynet, J,-C. (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία (641-1204), μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Γ. Μωυσείδου – Α. Παπασυριόπουλος – Α. Μαραγκάκη, τ. 2, Πόλις, Αθήνα 2012.
5. Cormack, R., - Βασιλάκη, Μ., (επιμ.), Βυζάντιο 330-1453, μτφρ. Μ. Διαμάντη - Δ. Κωτούλα - Γ. Βαραλής, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2009.
6. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Etudes sur le recueil des "Patria", Presses Universitaires de France, Παρίσι 1984.
7. Καραγιαννόπουλος, Ι., Η βυζαντινή ιστορία μέσα από τις πηγές, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996 (2η έκδοση).
8. Morrisson, C., (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος: Η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641), μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Α. Μυλωνοπούλου, τ. 1, Πόλις, Αθήνα 2007.
9. Mango, C., (επιμ.), Ιστορία του Βυζαντίου, μτφρ. Ο Καραγιώργου, επιμ. σειράς Χ. Βλαβιανός, Νεφέλη, Αθήνα 2006.
10. Mango, C., Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτρφ. Δ. Τσουγκαράκης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1990 (2η έκδοση).
11. Ostrogorsky, G., Ιστορία του βυζαντινού κράτους, μτφρ. Ι. Παναγόπουλος, επιμ. Ε. Κ. Χρυσός, Βασιλόπουλος, Στέφανος Δ., τ. 1-2, Αθήνα 2001 (2η έκδ.).
12. Ostrogorsky, G., Ιστορία του βυζαντινού κράτους, μτφρ. Ι. Παναγόπουλος, επιμ. Ε. Κ. Χρυσός, Βασιλόπουλος Στέφανος, Δ., τ. 3, Αθήνα 1997 (5η έκδ.).
13. Runsiman, S., Βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Δ. Δετζώρτζη, Ερμείας, Αθήνα 1993.
14. Σαββίδης, Α. Γ. Κ., Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461), μτφρ. Α. Κονδύλης, Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011 (2η έκδ.)

Επιλεκτική εργογραφία θεματικών 1ης-4ης συνάντησης:
1. Bowersock, G. W., Ο ελληνισμός στην ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Αντιγόνη Φιλιπποπούλου, μτφρ. Μ. Γιόση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996, σ. 17-68.
2. Brown, P., Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας: 150-750 μ.Χ., μτφρ. Ε. Σταμπόγλη, επιμ. σειράς Δ. Κουβίδης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, 15-120.
3. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας: Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451, μτφρ. Μ. Λουκάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000, 15-134, 337-466.
4. Dodds, E. R., Εθνικοί και χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας: Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μ. Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κ. Αντύπας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995.
5. Mango, C., Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτρφ. Δ. Τσουγκαράκης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1990 (2η έκδοση), σ. 128-150.
6. Morrisson, C. (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος: Η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641), μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Α. Μυλωνοπούλου, τ. 1, Πόλις, Αθήνα 2007, σ. 127-136.
7. Αθανασιάδη, Π., Ιουλιανός: Μια βιογραφία, μτφρ. Δ. Κυρίτσης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2001.
8. Γκιολές, Ν., Παλαιοχριστιανική τέχνη και μνημειακή ζωγραφική (π. 300-726), Γκέλμπεσης, Αθήνα 1991.
9. Σαββίδης, Α. Γ. Κ., Τα χρόνια σχηματοποίησης του Βυζαντίου: 284-518 μ.Χ., Βασιλόπουλος Στέφανος Δ., Αθήνα 1983.
10. Σαράντη, Ε., Η Οικουμενικότης του Βυζαντίου, στο Τ. Αλμπάνη (επιμ.), Το Βυζάντιο ως Οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (Οκτώβριος 2001-Ιανουάριος 2002), Καπόν, Αθήνα 2001, 21-33.

Ειδικές θεματικές:
  1. Ο Μέγας Κωνσταντίνος με τα μάτια του Ευσεβίου Καισαρείας.
Βλ.: Ευσέβιος Επίσκοπος Καισαρείας. Βίος Μεγάλου Κωνσταντίνου, μτφρ. Γ. Α. Ράπτης, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2012.
  2. Η καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών μέσα από τις πηγές:
α. Λιβάνιος, Θρήνος για τον Ιουλιανό - Υπέρ των Ελληνικών ναών - Προς αυτούς που τον είπαν κουραστικό, επιμ.Γ. Αβραμίδης, μτφρ. Γ. Αβραμίδης - Σ. Μητσάκα, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 1998.
β. Πορφύριος Νεοπλατωνικός, Κατά Χριστιανών. Τα ευρισκόμενα, μτφρ. αρχαίου κειμένου Γ. Αβραμίδης, Θύραθεν, Θεσσαλονική 2000.
γ. Μάρκος Διάκονος, Βίος αγίου Πορφυρίου Γάζης, πρόλογος Αρχ. Ελισαίος, προλογικό σημείωμα Β. Κατσαρός, εισ.-μτφρ.-σχόλια Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2003.
Βλ. ειδικότερα: Saradi, H., Christian Attitudes toward Pagan Monuments in Late Antiquity and Their Legacy in Later Byzantine Centuries, Dumbarton Oaks Papers 44 (1990), 47-61.
  3. Η σπουδαιότητα του φωτός στους εγκωμιαστικούς λόγους (εξετάζεται σε σχέση με τη σημαντική του φωτός στα παλαιοχριστιανικά χρόνια), αλλά και η λειτουργία του φωτός στο χριστιανισμό:
α. Άγιος Δημήτριος. Εγκωμιαστικοί λόγοι επιφανών βυζαντινών λογίων (Συμεών, Νεόφυτος, Γρηγοράς, Παλαμάς, Αρμενόπουλος), πρόλογος Β. Κατσαρός, εισαγωγή-μτφρ.-σχόλια Π. Βλαχάκος, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2004.

Βλ. επίσης:
  - Στρατής Ψάλτου, Η κατανόηση του εαυτού μέσα από τα θρησκευτικά σημαίνοντα του φωτός, στο Μότσιανος, Κ., - Μπίντση, Ε.,(επιμ.), Μια ιστορία από το φως στο φως (Κατάλογος Έκθεσης), Λαογραφικό & Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, 31 Οκτωβρίου 2011-11 Ιουνίου 2012, Θεσσαλονίκη 2011, 261-265.
  - Παναγιώτης Ι. Σκαλτσής, Ο φωτισμός του ναού στη χριστιανική λειτουργική παράδοση, στο Μότσιανος, Κ., - Μπίντση, Ε.,(επιμ.), Μια ιστορία από το φως στο φως (Κατάλογος Έκθεσης), Λαογραφικό & Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, 31 Οκτωβρίου 2011-11 Ιουνίου 2012, Θεσσαλονίκη 2011, 266-276.

Διαδικτυακό εκπαιδευτικό υλικό:

Byzance et la croix, avec Brigitte Pitarakis (CNRS) 





Αγία Σοφία






Συναντήσεις 5η, 6η και 7η
1. Από την κρίση του αρειανισμού στη σύνοδο της Χαλκηδόνας, 2. Ο Ιουστινιανός και η Αγία Σοφία, 3. Οι κανόνες 82 (απεικόνιση Χριστού με τη μορφή ενσαρκωμένου ανθρώπου) και 100 (τέχνη και ηθική) της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, 4. Η ΣΤ΄ και η Ζ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι, 5. Η εικονομαχική έριδα.

Βλ. ενδεικτικά:
1. Κοντοστεργίου, Δ., Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, Πουρναράς Π. Σ., Θεσσαλονίκη 1997.
De Ste Croix, G. E. M. (Geoffrey Ernest Maurice), Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη: Διωγμοί, αιρέσεις και ήθη, επιμ. Δ. Ι. Κυρτάτας, μτφρ. Ι. Κράλλη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2005, 319-365.
Morrisson, C. (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος: Η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641), μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Α. Μυλωνοπούλου, τ. 1, Πόλις, Αθήνα 2007, 127-156.

2. Ο Ιουστιανιανός μέσα από τις πηγές: i. Υπέρ των πολέμων, ii. Ανέκδοτα ή Απόκρυφος Ιστορία, iii. Περί κτισμάτων.
Βλ.Προκόπιος, Ιστορία των πολέμων, Βιβλίο Α'-Β', Περσικός Πόλεμος, μτφρ. Π. Ροδάκης, Εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, Αθήνα 1996
Προκόπιος, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, μτφρ. Α. Σιδέρη, Άγρα, 1993 (2η έκδοση).

3. Βλ. http://www.documentacatholicaomnia.eu/03d/0691-0691,_Synodum_Constantinopolitanum,_Canones,_GR.pdf

4. Κοντοστεργίου, Δ., Η ΣΤ΄Οικουμενική Σύνοδος και η θεολογία της, Πουρναράς Π. Σ., Θεσσαλονίκη 1992.
Αγορίτσα, Δ. Απ., Η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος. Εικόνα και θαύμα, Πουρναράς Π. Σ., Θεσσαλονίκη 2011.

5.Παπαρρηγόπουλος, Κ., Το έπος της εικονομαχίας. Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίον δέκατον: Μεσαιωνικός ελληνισμός ΙΙ, Η μεταρρύθμιση, επιμέλεια σειράς Τάκης Θεοδωρόπουλος, Ωκεανίδα, 2005.

Η συνεισφορά των πηγών για την εικονομαχία:
α. Θεοφάνους Ηγουμένου του Αγρού και Ομολογητού Χρονογραφία : 640/41-812/13 μ.Χ., μτφρ. Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης, τ. 3, Αρμός, Αθήνα 2007.
β. Σκυλίτσης, Ιωάννης. Χρονογραφία: Νεοελληνική μετάφραση με τις μικρογραφίες του Κώδικα της Μαδρίτης, Εισαγωγή-μετάφραση Δ. Μούσουρας, Πρόλογος Α. Τσελίκας, Μίλητος, Αθήνα [χ.χ.].
γ. Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ιστορία Σύντομος, μτφρ. Λ. Κωσταρέλη, εισαγωγή-σχόλια επιστ. θεώρηση Δ. Τσουγκαράκης, Κανάκης, Αθήνα 1994.

Συναντήσεις 8η και 9η
Α. Η προέλαση των μουσουλμάνων, οι φάσεις της εικονομαχίας, οι αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοδώρα και ο ρόλος τους στην αποκατάσταση των εικόνων, η θέση των εικόνων και η θρησκευτική ζωή.
Βλ.:
1. Caseau, B., – Congourdeau, M.-H., Η θρησκευτική ζωή, στο Cheynet, J.-C., Ο βυζαντινός κόσμος. Η βυζαντινή αυτοκρατορία (641-1204), τ. Β΄, μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Γ. Μωυσείδου – Α. Παπασυριόπουλος – Ά. Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2011,451-485.
2. Cheynet, J.-C., Το Βυζάντιο σε άμυνα. Η σταθεροποίηση των συνόρων (από τον έβδομο έως τα μέσα του ένατου αιώνα), στο Cheynet, J.-C., (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος. Η βυζαντινή αυτοκρατορία (641-1204), τ. Β΄, μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Γ. Μωυσείδου – Α. Παπασυριόπουλος – Α. Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2011, 83-106.
3. Herrin, J., Γυναίκες στην πορφύρα. Ηγεμόνες του μεσαιωνικού Βυζαντίου, μτφρ. Α. Εμμανουήλ, Ωκεανίδα, Αθήνα 2002, σ. 116-267, 373-476.

Β. Το Βυζάντιο και οι άλλοι. Μορφές ετερότητας.
Βλ.:
1. Kazhdan, A. P., –Wharton Epstein, A., Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, μτφρ. Α. Παππάς – Δ. Τσουγκαράκης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1997, 258-297.
2. Ζιάκα, Α., Μεταξύ πολεμικής και διαλόγου: Το Ισλάμ στην βυζαντινή, μεταβυζαντινή και νεότερη ελληνική γραμματεία, Πουρναράς Π. Σ., Θεσσαλονίκη 2010.
3. Μπαλλιάν, Α., Βυζάντιο και Ισλάμ. Σχέσεις και συγκλίσεις, στο Τ. Αλμπάνη (επιμ.), Το Βυζάντιο ως Οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (Οκτώβριος 2001-Ιανουάριος 2002), Καπόν, Αθήνα 2001, 231-238.

Συνάντηση 10η
  α. Η αυτοκρατορική αυλή και η εκλογή του αυτοκράτορα.
1. Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1992 (2η έκδοση), 81-93.
2. Cheynet, J.-C., Ο αυτοκράτορας και το παλάτιο, στο Cheynet, J.-C., (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος. Η βυζαντινή αυτοκρατορία (641-1204), τ. Β΄, μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Γ. Μωυσείδου – Α. Παπασυριόπουλος – Α. Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2011, 161-182.
3. Herrin, J., Τι είναι το Βυζάντιο, μτφρ. Χ. Σαμαρά, επιμ. σειράς Τ. Θεοδωρόπουλος, Ωκεανίδα, Αθήνα 2008, 333-372.
  β. Η ψηφιδωτή παράσταση με τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ' σε προσκύνηση στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης και η τοπογραφική του ανάγνωση σε σχέση με την τοποθέτησή του στο οικοδόμημα. Η αξιοποίηση των πηγών.
Βλ.:
i. Ν. Χατζηδάκη, Ελληνική τέχνη. Βυζαντινά ψηφιδωτά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1994, εικ. 33, σ. 57, 233.
ii. Ανωνύμου μοναχού, Γάμοι, κηδείες και αυτοκρατορικές μεταμέλειες. Ο βίος του Πατριάρχη Ευθυμίου, Κανάκης, Αθήνα 2006.
  γ. Ανάγνωση του 10ου αιώνα με τα μάτια του Λέοντος Διακόνου.
Βλ. Λέων Διάκονος, Ιστορία, μτφρ. - εισαγωγή - σχόλια Β. Καραλής, Κανάκης, Αθήνα 2000.

Συνάντηση 11η
1. Από τον Βασίλειο Β΄ στον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Τα βυζαντινά Βαλκάνια και η νομισματική κρίση του 11ου αιώνα.
Βλ.: Cheynet, J.-C., Τα Βαλκάνια, στο Cheynet, J.-C., (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος. Η βυζαντινή αυτοκρατορία (641-1204), τ. Β΄, μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Γ. Μωυσείδου – Α. Παπασυριόπουλος – Α. Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 605-636.
Morrisson, C., Νόμισμα, δημόσια οικονομικά και ανταλλαγές, στο Cheynet, J.-C., (επιμ.), Ο βυζαντινός κόσμος. Η βυζαντινή αυτοκρατορία (641-1204), τ. Β΄, μτφρ. Α. Καραστάθη, επιμ. Γ. Μωυσείδου – Α. Παπασυριόπουλος – Α. Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 421-450.

α. Η ανάγνωση της περιόδου μέσα από τη Χρονογραφία του Μιχαήλ Ψελλού, βλ. Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, μτφρ.-επιλεγόμενα-βιβλιογραφία Β. Καραλής, τ. Α΄-Β΄, Κανάκης, Αθήνα 1996 (3η έκδοση).
β. Η ιστοριογράφος Άννας Κομνηνή και η Αλεξιάς, βλ. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς: Βιβλία Α΄-ΙΕ΄, μτφρ. Α. Σιδέρη, Άγρα, Αθήνα 2005.

2. Η Πολιτική Ορθοδοξία (Διαπλεκτικότητα εκκλησιαστικής και αυτοκρατορικής εξουσίας).
Βλ. Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992 (2η έκδοση), σ. 105-146.
Η ανασύνθεση του φαινομένου μέσα από τους εγκωμιαστικούς βασιλικούς λόγους του Θεοδώρου Μετοχίτη.
Βλ. Θεόδωρος Μετοχίτης, Οι δύο βασιλικοί λόγοι, εισαγωγή-κριτική έκδοση-μτφρ.-σημειώσεις Ι. Πολέμης, Κανάκης, Αθήνα 2007.

  Συνάντηση 12η
Α. 1. Οι σταυροφορίες και η πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας, 2. Σταυροφορικές ηγεμονίες στο χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Βλ.:
Μοσχονάς, Ν. Γ., (επιμ.), Η τέταρτη σταυροφορία και ο ελληνικός κόσμος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.)-Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 2008.
Ντούρου - Ηλιοπούλου, Μ., Από τη Δυτική Ευρώπη στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι σταυροφορικές ηγεμονίες στη Ρωμανία (13ος-15ος αιώνας): Πολιτικές και θεσμικές πραγματικότητες, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, Αθήνα 2012.
Angold, M., Η τέταρτη σταυροφορία. Τα γεγονότα και το ιστορικό πλαίσιο, μτφρ. Θ. Κονδύλης, Παπαδήμας, Αθήνα 2006.
Angold, M., Η βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία, μτφρ. Ε. Καργιανιώτη, επιμ. Π. Α. Αγαπητός, Παπαδήμας, Αθήνα 2008.
Harris, J., Το Βυζάντιο και οι σταυροφορίες, μτφρ. Λεωνίδας Καρατζάς, επιμ. σειράς Τ. Θεοδωρόπουλος, Ωκεανίδα, Αθήνα 2004.
Phillips, J., Η τέταρτη σταυροφορία και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης, μτφρ. Λ. Καρατζάς, επιμ. σειράς Τ, Θεοδωρόπουλος, Ωκεανίδα, Αθήνα 2005.
Runciman, S., Η ιστορία των σταυροφοριών: Η πρώτη σταυροφορία και η ίδρυση του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, τ. 1, μτφρ. Α. Βλαβιανός, Γκοβόστης, Αθήνα 2006.
Runciman, S., Η ιστορία των σταυροφοριών: Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ και η φράγκικη Ανατολή, 1100-1187, τ. 2, μτφρ. Α. Βλαβιανός,  Γκοβόστης, Αθήνα 2006.
Runciman, S., Η ιστορία των σταυροφοριών: Το βασίλειο της Άκρας και οι τελευταίες σταυροφορίες, τ. 3, μτφρ. Α. Βλαβιανού, Γκοβόστης, Αθήνα 2006.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ 4ης ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ:
http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000056095&tsz=0&autostart=0 

Β. Η τεχνοτροπία του 12ου αιώνα και η επονομαζόμενη αναγέννηση των Παλαιολόγων.
Βλ.: Velmans, T., Βυζάντιο: Τέχνη και διακόσμηση, μτφρ. Μ. Σακκή, Καρακώτσογλου, Αθήνα 2004, 129-240.


Συνάντηση 13η
Α. Οι τελευταίοι αιώνες της αυτοκρατορίας και η Άλωση.
Βλ.:
- Αγαπητός, Π., (επιμ.), Εικών και λόγος: Έξι βυζαντινές περιγραφές έργων τέχνης, μτφρ. Π. Αγαπητός - M. Hinterberger, Άγρα, Αθήνα 2006, σ. 81-101.
- Χρυσός, Ε., (επιμ.) Η Άλωση της Πόλης, Ακρίτας, Αθήνα 1999 (3η έκδοση).
- Herrin, J., Τι είναι το Βυζάντιο, μτφρ. Χ. Σαμαρά, Ωκεανίδα, Αθήνα 2008, σ. 527-577.
- Runciman, S.,  Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης,1453, μτφρ. Ν. Νικολούδης, Παπαδήμας, Αθήνα 2005(3η έκδοση).
Β. Η Άλωση μέσα από τις πηγές.
Βλ.:
1. Μιχαήλ Δούκας, Βυζαντινοτουρκική ιστορία, μτφρ.-εισαγωγή-σχόλια Β. Καραλής, Κανάκης, Αθήνα 1997.
2. Νικολούδης, Νικόλαος Γ., Λαονίκου Χαλκοκονδύλη Βυζαντίου Άλωσις. Αποδείξεις ιστοριών: Αποδείξεις ιστοριών Η΄ 380B (201P) - 403Β (214P). Πρωτότυπο κείμενο και νεοελληνική απόδοση. Ιστορικά στοιχεία για την άλωση και τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2005.
3.  Φραντζής Γεώργιος, Χρονικόν, μτφρ. Τ. Βουρνάς, τ. 1-3, Πατάκης, Αθήνα 2001.

Γ. Ο Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων)
Βλ.:
1. Μπενάκης, Λίνος Γ., (επιμ.), Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου αφιερωμένου στον Πλήθωνα και την εποχή του: Με την συμπλήρωση 550 ετών από το θάνατό του: Μυστράς, 26-29 Ιουνίου 2002,  Διεθνής Εταιρεία Επιστημονικών και Βυζαντινών Μελετών, Αθήνα 2003.
2. Καραλής, Β., Ωδή στον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, Κανάκης, Αθήνα 1992.
3. Γεμιστός Γεώργιος (Πλήθων), Νόμων συγγραφή: Ένα όραμα για μια ιδανική πολιτεία, επιμ.-μτφρ.Δ. Κ. Χατζημιχαήλ, επιμέλεια σειράς Β. Κατσαρός, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2005.

4. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΕΠ811 ( Η΄ Εξάμηνο)
Στο πλαίσιο του μαθήματος εξετάζεται ο μεταβυζαντινός υλικός πολιτισμός ενταγμένος στο περιβάλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της βενετικής κυριαρχίας -σε ό,τι αφορά στην Κρήτη και στα Επτάνησα-, με αναφορά σε ζητήματα καλλιτεχνικής έκφρασης και παραγωγής (κοσμική και θρησκευτική ζωγραφική, ασημουργία, κεραμική) και διαπερατότητας της θρησκευτικής και κοσμικής τέχνης από τη δυτική και την οθωμανική παράδοση, για την περίοδο από τον 15ο έως και τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο μεταβυζαντινός υλικός πολιτισμός παρουσιάζεται στο περιβάλλον ενός ευρύτερου πολιτισμικού χώρου, σε συνάρτηση με ζητήματα διαμόρφωσης της νεοελληνικής ταυτότητας και του ρόλου της θρησκείας στη συγκρότηση της ταυτότητας και σε σχέση: α. με την κοινωνική δομή και την οικονομία του αστικού πληθυσμού στα Βαλκάνια με έμφαση στην εμπορική δραστηριότητα, β. με την ιδεολογία των βαλκανικών κοινωνιών με τις επιμέρους διαμορφώσεις εξουσιαστικών και ηγεμονικών αντιλήψεων, γ. με τη διαχείριση του φορτίου της οθωμανικής κληρονομιάς στη διαμόρφωση της ιστορικής ταυτότητας, δ. με τις διαδικασίες εξευρωπαϊσμού (εκβιομηχάνιση) που υποσκάπτουν τις βάσεις της οθωμανικής πραγματικότητας, ε. με την εστιακή δυναμική των ορεινών οικονομικών συστημάτων, και στ. με τους μηχανισμούς διαμόρφωσης των εθνικών κρατών με βάση τα εθνοτικά χαρακτηριστικά.

Post-Byzantine Civilization
The course examines the post-Byzantine material culture integrated, on the one hand, into the environment of the Ottoman Empire and, on the other hand, into that of the Venetian domination-as far as Crete and the Ionian Islands-with reference to artistic production (secular and religious painting, Silversmiths, pottery) and permeability of religious and secular art with Western and Ottoman influences, for the period from the 15th to the early 19th century. The post-Byzantine material culture is presented in the context of a wider cultural space, depending on issues which shaped the modern Greek identity and the role of religion in the formation of the cultural identity in relation to: a. the social structure and the economic reality of the urban population in the Balkans with an emphasis on commercial activity, b. the ideology of the Balkan societies within their different hegemonic authoritarian attitudes, c. the management of the load of the Ottoman heritage in shaping historical identities, d. the process of Europeanization (industrialization) that undermine the foundations of Ottoman reality, e. the economic dynamics of mountain systems, and finally, f. the formation of mechanisms of nation states based on ethnic characteristics.

Συναντήσεις 1η και 2η
Το ιστορικό πλαίσιο
Θεματικές: α. Εδραίωση και ανάπτυξη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, β. Η οργάνωση των πόλεων στις βαλκανικές επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας (15ος-19ος), γ. Η εμπορική δραστηριότητα και η οικονομική πραγματικότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δ. Η σπουδαιότητα της Αδριατικής ανάμεσα στη Δύση και στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Ενδεικτική εργογραφία:
Cabanes, P., (επιμ.), Ιστορία της Αδριατικής, μτφρ. Μ. Κρεμμυδά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2011.
Carpentier, J., - Lebrun, F., (επιμ.), Ιστορία της Μεσογείου, μτφρ. Δ. Π. Κωστελένος, Πατάκης, Αθήνα 2009, 229-300.
Inalcik, H., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία: Η κλασική εποχή: 1300 – 1600, μτφρ. Μ. Κοκολάκης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995.
Inalcik, H., – Quataert, D., (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: 1300-1600, μτφρ. Μ. Σαρηγιάννης, επιμ. σειράς Κ. Κωστής – Σ. Πετμεζάς, τ. 1, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008.
Inalcik, H., – Quataert, D., (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας : 1600-1914, μτφρ. Μ. Δημητριάδου, επιμ. Μ. Σαρηγιάννης, επιμ. σειράς Σωκράτης Πετμεζάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2011.
Todorov, N., Η βαλκανική πόλη: 15ος-19ος αιώνας: Κοινωνικο-οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη, μτφρ. Ε. Αβδελά – Γ. Παπαγεωργίου, Θεμέλιο, Αθήνα 1986.
Ασδραχάς, Σ. Ι., (επιμ.), Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας: ιε΄ - ιθ΄ αιώνας, επιμ. σειράς Γ. Ραγιάς, Μέλισσα, Αθήνα 1979.

Για το κλίμα της εποχής, βλ. το 1ο επεισόδιο του ΣΚΑΙ: "1821. Στη σκιά της Μεγάλης Πύλης":



Στη διάρκεια των συναντήσεων εξετάζεται ιδιαίτερα η ιστορία των εικαστικών πρακτικών της μεταβυζαντινής τέχνης για μια μακρά περίοδο (15ος-19ος αι.) στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και μακροβιότερης ζωγραφικής παράδοσης από την οποία οι πρακτικές αυτές αντλούν τα πρότυπά τους. Οι πρακτικές, στην προκειμένη περίπτωση αυτές της βυζαντινής ζωγραφικής τέχνης, εμπεριείχαν κάποια κανονιστικά κριτήρια τα οποία σε ένα βάθος χρόνου αναδείχθηκαν σε συγκροτητικά της ταυτότητάς της. Η υλική τεκμηρίωση της παράδοσης αυτής που είναι η βυζαντινή έχει ιστορική έκταση· τα δομικο-μορφολογικά της στοιχεία αποτελούν το κοινό κτήμα περισσότερων γενεών. Η συνέχεια στην υιοθέτηση πρακτικών στη ζωγραφική τέχνη συνεπάγεται για τους εκφραστές της και την υιοθέτηση των εσωτερικών κριτηρίων της. Η παρέκκλιση από τα κανονιστικά κριτήρια που είχαν καθορίσει το συστηματοποιημένο σύνολο γνώσεών της και η απομάκρυνση από τον «βυζαντινό κανόνα», όπως αυτή τεκμηριώνεται σταδιακά στη μεταβυζαντινή τέχνη μετά τον 16ο αι. και κυρίως από τον 18ο αι., ανέδειξαν τον νέο δημώδη χαρακτήρα της ορθόδοξης ζωγραφικής παράδοσης. Τα στοιχεία που προσδιορίζουν τον νέο χαρακτήρα της πρακτικής άσκησης της μεταβυζαντινής τέχνης θα μπορούσαν να διακριθούν σε εσωτερικά, συνδεόμενα με την εικαστική δεξιότητα των δημιουργών της, και σε εξωτερικά, τα οποία προκύπτουν από την αφομοίωση ευρύτερων πολιτισμικών διαδικασιών.
Στα εσωτερικά στοιχεία συγκαταλέγονται τα δεδομένα που αφορούν στις τεχνικές άσκησης και δεξιότητας του ζωγράφου. Καθώς απομακρυνόμαστε από τον 16ο αι., σε σταδιακή υποχώρηση φαίνεται να βρίσκονται τόσο η γνώση όσο και η ικανότητα αναπαραγωγής του «βυζαντινού κανόνα». Τους ζωγράφους χαρακτηρίζει η αδυναμία πρωτότυπης έμπνευσης, καθώς και μια αντίστοιχη αδυναμία ως προς τη ζωγραφική μέθοδο που να ενισχύει την πνευματική ζωτικότητα του εικαστικού χώρου. Η ζωγραφική τέχνη, μετατρεπόμενη σε χειρωνακτική δραστηριότητα με βιοποριστικό σκοπό, κατέστη αναπαραγωγή μιας εργασίας με αποτέλεσμα την αναγωγή των δεξιοτήτων του τεχνίτη σε αυτές του χειροτέχνη. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από μια σειρά αδυναμιών: σχεδιαστική αδυναμία, οργανική αδυναμία σύνδεσης μορφής και χώρου, δομική αδυναμία, η οποία προκύπτει από τη χαλαρότητα της σύνθεσης και, τέλος, από μια γενικότερη δυσαρμονία που εκλαμβάνεται ως αισθητική απαξία και απομάκρυνση από τη συνοχή της βυζαντινής εικαστικής ταυτότητας.
Αναφορικά με τα εξωτερικά στοιχεία βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιο περίπλοκη διαδικασία. Η κατάλυση του κέντρου της βυζαντινής αυτοκρατορίας ανέδειξε σε νέους θεματοφύλακες της βυζαντινής παράδοσης τις περιφέρειες της νεοσύστατης οθωμανικής αυτοκρατορίας και κυρίως τα μεγάλα ορθόδοξα μοναστικά κέντρα, που με τη θεολογική κατάρτιση και την πνευματικότητα των φορέων τους ενίσχυσαν τις προσπάθειες διατήρησης της βυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης. Η εκκλησία, στο κοινοτιστικό περιβάλλον των τοπικών κοινωνιών, συνέτεινε με όλες της τις δυνάμεις στη διατήρηση της μνήμης και την αναπαραγωγή του «βυζαντινού κανόνα» στη ζωγραφική τέχνη. Όμως, οι πρακτικές που υιοθετήθηκαν από τη μεταβυζαντινή τέχνη πήραν σταδιακά τη μορφή μιας κοινοτιστικά θεσμισμένης δραστηριότητας. Η μεταφορά της τέχνης στο επίπεδο της τοπικής κοινότητας κατά τον 17ο αι. είχε ως συνέπεια όχι μόνο τη μηχανική αναπαραγωγή της, αλλά και τη σταδιακή αποσύνθεση του ενιαίου χαρακτήρα της. Την περίοδο που μας απασχολεί, η ζωγραφική παράδοση, χάρη στην όσμωση με τον περίγυρό της και τη νέα κοινωνικο-πολιτική και οικονομική πραγματικότητα που αναδύθηκε, αφομοίωσε εικαστικά στοιχεία της σύγχρονής της ευρωπαϊκής και οθωμανικής κουλτούρας, στοιχεία που παρουσιάζουν αισθητικό ενδιαφέρον και τα οποία διεύρυναν όχι μόνο τον κύκλο των θεμάτων της, την τεχνοτροπία της, αλλά και το διάκοσμό της. Τα στοιχεία και οι κανόνες αυτοί της νέας θεώρησης αποτυπώνουν την εμπειρία μιας ιστορικής μετάβασης, αλλά και τη συνείδηση της επαφής με άλλους πολιτισμούς. Χάρη στα διδάγματα της τέχνης της Εσπερίας η οργάνωση του ζωγραφικού χώρου έχασε την αμιγώς πνευματική της διάσταση και προσανατολίστηκε προς την αισθητική εμπειρία. Στην τέχνη εισήχθησαν σταδιακά δεδομένα μιας εκκοσμικευμένης πραγματικότητας τα οποία θεματοποίησαν τις εμπειρίες της. Οι στενές εμπορικές επαφές, κυρίως με τα εμπορικά και βιοτεχνικά κέντρα της Ιταλίας και της Βαλκανικής, διευκόλυναν τη μετάδοση νέων συρμών. Όπως ορθά διατυπώνεται από τον Igor Kopytoff, εκείνο που προέχει σε ανάλογες περιπτώσεις πολιτιστικών επαφών δεν είναι μόνο η υιοθέτηση ετερογενών στοιχείων και ιδεών, αλλά κυρίως ο πολιτισμικός τους επαναπροσδιορισμός σε ένα νέο περιβάλλον. Τα μορφολογικά στοιχεία που άλλαξαν σταδιακά από τον 18ο αι. και εξής το χαρακτήρα της μεταβυζαντινής τέχνης εκφράζουν μια πολυσύνθετη κοινωνική πραγματικότητα και είναι συνυφασμένα με μια διαφορετική τύπου σχέση με τον κόσμο. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για μια αλλαγή τεχνικής φύσεως, αλλά για μια νέα στάση απέναντι στον κόσμο.
Οι νέες αντιλήψεις για τον χώρο άλλαξαν την οπτική γωνία θέασης του ζωγραφικού έργου, καθώς καλλιεργήθηκε η εσωτερική απόσταση, ως αποτέλεσμα της γεωμετρικής αντίληψης για τον χώρο και η όλη σύνθεση αντιστοιχούσε σε μια αισθητική εμπειρία. Άλλαξε επίσης και η ποιότητα των χρωμάτων, όπως και η ίδια η χρωματική κλίμακα, ο τρόπος συνδυασμού των χρωμάτων με τολμηρές λύσεις τοποθέτησης δίπλα δίπλα ψυχρών και θερμών χρωμάτων, οι κινήσεις των προσώπων, αλλά και ο διάκοσμος (π.χ. νέα έπιπλα και ενδύματα). Οι ζωγράφοι, ως «καταναλωτές» αυτού του δυτικού τύπου «τεχνογνωσίας», την αναπαρήγαγαν, όχι πάντοτε με απόλυτη επιτυχία, ανάλογα με τις δεξιότητές τους, την ατομική τους εμπειρία, τη σχεδιαστική τους ευχέρεια, την πληροφόρηση και την κρίση που διέθεταν. Το παραγόμενο ζωγραφικό προϊόν παρουσιάζεται εδώ ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δύο πόλων: του κέντρου παραγωγής της εικαστικής τεχνογνωσίας και του φορέα που αναλαμβάνει τελικά να τη μεταφυτεύσει σε ένα διαφορετικό ζωγραφικό περιβάλλον.
Στόχος μας, στη διάρκεια των συναντήσεων, είναι, μεταξύ άλλων, να αναδειχθούν τα υλικά και μορφολογικά στοιχεία της μεταβυζαντινής ζωγραφικής τέχνης που τροποποιούν και εμπλουτίζουν τις παραδοσιακές αισθητικές κατηγορίες της βυζαντινής ζωγραφικής. Σε φορέα λοιπόν της ενσωμάτωσης ξένων προς την τελευταία παράδοση στοιχείων αναδεικνύεται εμπράκτως ο ζωγράφος, ως δέκτης και διαμεσολαβητής της πραγματικότητας που βιώνει, ο οποίος αρέσκεται στην απεικόνιση σύγχρονων προϊόντων με εμπορική ζήτηση και καλλιτεχνικών αντικειμένων. Η αποτύπωση βέβαια της σύγχρονης εμπειρίας του ζωγράφου συνιστά κάτι περισσότερο από αισθητική επιλογή. Τα επιμέρους στοιχεία της σύγχρονής του υλικής πραγματικότητας, που απαντούν στην εντοίχια ζωγραφική τέχνη, δεν αποτελούν μόνο εργαλεία τεκμηρίωσης μιας εικαστικής πολυμορφίας που αντλείται από ποικίλες πολιτιστικές περιοχές. Τα στοιχεία αυτά συνεισφέρουν ταυτόχρονα στην ανάδειξη του διαλόγου ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, καθώς και στην κατανόηση των πολιτισμικών διαδικασιών που καθιστά δυνατή η διακίνηση των υλικών αγαθών. Τα δάνεια, αποσπασμένα από τον γενέθλιο τόπο τους και ενσωματωμένα στη μεταβυζαντινή τέχνη αντιπροσωπεύουν πλέον μια καινούργια πολιτισμική ταυτότητα και συντηρούν την κανονικότητα μιας αισθητικής διαπλοκής, εξωγενούς στη βυζαντινή. Έτσι, στη διάρκεια των προβλεπόμενων συναντήσεων θα καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια, με τη χρήση ποικίλων παραδειγματικών περιπτώσεων, να καταδειχθεί, ο πλούτος των αλλαγών που επισυνέβησαν στη μνημειακή μεταβυζαντινή τέχνη (θρησκευτική ζωγραφική) των Βαλκανίων την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Επιπλέον, επειδή το εικονογραφικό υλικό προερχόμενο από μεταβυζαντινές εκκλησίες των Βαλκανίων εμπεριέχει και μια ιστορική διάσταση και καταγράφεται σ’ αυτό η βιωματική εμπειρία των ανθρώπων, αλλά και οι ιδεολογικές τους αντιλήψεις, θα εξεταστεί η εμφάνιση και η διάδοση εικονογραφικών θεμάτων με ιδεολογικό περιεχόμενο που ενίσχυαν καταστάσεις όπως η αντίσταση στον εξισλαμισμό, η εδραίωση του ορθόδοξου δόγματος και η εμμονή στην πίστη, η αντιπαραβολή της επίγειας φθαρτότητας στην ουράνια αιωνιότητα, η ανάγκη παρουσίασης μαρτυρικών σκηνών.

Όταν μιλούμε για τη μεταβυζαντινή τέχνη αναφερόμαστε στη συνέχεια της βυζαντινής τέχνης, που εξακολουθεί να ασκείται και μετά το 1453, έτος κατάλυσης του κέντρου της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πρόκειται για την τέχνη των ορθοδόξων κοινοτήτων της Βαλκανικής υπό οθωμανική και βενετική κυριαρχία αντίστοιχα. Σκοπός του μαθήματος είναι αρχικά να εισαγάγει τις/τους φοιτήτριες/φοιτητές στη μελέτη της μεταβυζαντινής εικαστικής παραγωγής του 15ου και 16ου αι., που συνεχίζει την παράδοση της βυζαντινής, και στη συνέχεια να παρακολουθήσει τη μετεξέλιξη του φαινομένου στη Βαλκανική από τον 17ο έως και τον 19ο αιώνα μέσα από την ανάλυση της τέχνης και της τεχνικής των επαρχιακών συνεργείων ζωγράφων. Αναλύεται, στο πλαίσιο των συναντήσεων, το ιστορικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και της Βαλκανικής στους Οθωμανούς, καθώς και το προνομιακό καθεστώς ανάπτυξης της θρησκευτικής τέχνης στις περιοχές υπό βενετική κατοχή (Κρήτη, Κύπρος, Ιόνια νησιά). Η ζωγραφική παραγωγή εξετάζεται σε συνάρτηση με την αναδυόμενη αστική οικονομία και την ανάπτυξη των πόλεων στο πλαίσιο της ευρύτερης μεσογειακής οικονομικής συγκυρίας του 15ου και 16ου αι. Ιδιαίτερη, επίσης, αναφορά γίνεται στο φαινόμενο του μοναχισμού και της ακμής του κατά τον 16ο αι.

Η προβληματική των θεματικών ενοτήτων της 3ης, 4ης και 5ης συνάντησης:

Α. Η ζωγραφική των εικόνων στην Κρήτη κατά τον 15ο και τον 16ο αι. Αναλύεται το έργο των ζωγράφων: Άγγελου, Απακά Ιωάννη, Δαμασκηνού Μιχαήλ, Θεοτοκόπουλου Δομήνικου, Κλόντζα Γεώργιου, Λαμπάρδου Εμμανουήλ, Μπαθά Θωμά, Παβία Ανδρέα, Περμενιάτη Ιωάννη, Ρίτζου Ανδρέα, Ρίτζου Νικολάου, Τζάνε Μπουνιαλή Εμμανουήλ, Τζαφούρη Νικολάου).
Β. Η άνθηση της εντοίχιας ζωγραφικής στο β΄ μισό του 15ου και τον 16ο αι. Παρουσιάζονται: α. το Παλαιό και το Νέο Καθολικό της μονής Μεταμόρφωσης στα Μετέωρα, β. το έργο (εικονογραφία-τεχνοτροπία) του Θεοφάνη στα Μετέωρα και στο Άγιον Όρος, β. ο ζωγράφος Ζώρζης στη μονή Διονυσίου, γ. οι τοιχογραφίες στο Νησί των Ιωαννίνων (μονές Φιλανθρωπηνών και Ντίλιου), δ. οι ζωγράφοι Γεώργιος και Φράγκος Κονταρής, ε. ο ζωγράφος Φράγκος Κατελάνος.

Επιλεκτική εργογραφία:
1. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Η μονή των Φιλανθρωπηνών και η πρώτη φάση της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, Τ.Α.Π., Αθήνα 1995 (2η έκδοση).
2. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Οι τοιχογραφίες της μονής των Φιλανθρωπηνών στο νησί των Ιωαννίνων, Αδάμ - Πέργαμος, Αθήνα 2004.
3. Βοκοτόπουλος, Π. Λ., Εικόνες της Κέρκυρας, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1990.
4. Βοκοτόπουλος, Π. Λ., Η κρητική ζωγραφική τον 16ο αιώνα, επιμ. σειράς Μαλτέζου Χ., Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν (Όψεις της Βυζαντινής Κοινωνίας, αρ. 10), Αθήνα 1998 (2η έκδοση).
5. Δεληγιάννη-Δωρή, Ε., Γύρω από το εργαστήρι των Κονταρήδων. Συμβολή στην έρευνα για τη μαθητεία στην τοιχογραφία και τη συγκρότηση των εργαστηρίων των ζωγράφων κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, στο Γαρίδης, Μ. – Παλιούρας, Α., (επιμ.), Μοναστήρια Νήσου Ιωαννίνων. Πρακτικά Συμποσίου, Ιωάννινα 1999, 103-139, εικ. 1-20.
6. Γαρίδης, Μ., Μεταβυζαντινή ζωγραφική (1450-1600). Η εντοίχια ζωγραφική μετά την πτώση του Βυζαντίου στον ορθόδοξο κόσμο και στις χώρες υπό ξένη κυριαρχία, επιστ. επιμ. Δεληγιάννη-Δωρή Ε., μτφρ. Γαρίδη Α., εκδ. Κ. Σπανός, Αθήνα 2007, 3-36, 77-92, 181-222, 227-271.
7. Εικόνες της κρητικής τέχνης, Μπορμπουδάκης, Μ., (επιμ.), Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2004.
8. Λαμπράκη-Πλάκα, Μ., El Greco – O Έλληνας – The Greek,Καστανιώτη, Αθήνα 1999², σ. 15-37.
9. Λίβα-Ξανθάκη, Θ., Οι τοιχογραφίες της μονής Ντίλιου, Ι.Μ.Ι.Α.Χ., Ιωάννινα 1980.
10. Μοναστήρια Νήσου Ιωαννίνων. Ζωγραφική, Γαρίδης, Μ. – Παλιούρας, Α., (επιμ.), Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1993.
11. Μοναστήρια Νήσου Ιωαννίνων. Πρακτικά συμποσίου: 700 χρόνια 1292-1992: 29-31 Μαΐου 1992, Γαρίδης, Μ. – Παλιούρας, Α., (επιμ.), Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1999.
12. Μπεκιάρης, Α., Θεοφάνης ο Κρης στον Άγ. Νικόλαο Αναπαυσά Μετεώρων, Σταμούλη Α.Ε., Αθήνα 2010.
13. Τοιχογραφίες καθολικού μονής Διονυσίου, πρόλογος Αρχιμ. Πέτρος, εισαγωγή Βοκοτόπουλος, Π., Ιερά μονή Αγίου Διονυσίου, Άγιον Όρος 2006 (2η έκδοση).
14. Τσελέντη-Παπαδοπούλου, Ν., Οι εικόνες της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας από τον 16ο έως το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Αρχειακή τεκμηρίωση, (Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Δελτίου, αρ. 81), Αθήνα 2002.
15. Τσιγαρίδας, Ε. Ν., – Σοφιανός, Δ. Ζ., Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά Μετεώρων: Ιστορία – τέχνη, Γένεσις, Τρίκαλα 2003.
16. Χατζηδάκης, Μ., – Σοφιανός, Δ., Το Μεγάλο Μετέωρο. Ιστορία και Τέχνη, εκδ. Interamerican, Αθήνα 1990.
17. Χατζηδάκης, Μ., Ο κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης. Οι τοιχογραφίες της Ι. Μ. Σταυρονικήτα¸ Αθήνα 1986.
18. Χατζηδάκης, Μ., Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση (1450-1830). Με εισαγωγή στην ιστορία της ζωγραφικής της εποχής, τ. 1, (Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, αρ. 33), Αθήνα 1987, 73-96, καθώς και οι σελίδες που αναφέρονται στους ζωγράφους της θεματικής ενότητας Α (βλ. παραπάνω)].
19. Χατζηδάκης, Μ., – Δρακοπούλου, Ε., Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση (1450-1830), τ. 2, (Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, αρ. 62), Αθήνα 1997 [οι σελίδες που αναφέρονται στους ζωγράφους της θεματικής ενότητας Α (βλ. παραπάνω)].
20. Χατζηδάκης, Μ., Εικόνες της Πάτμου. Ζητήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1995 (2η έκδοση).
21. Χατζηδάκη, Ν., Venetiae quasi alterum Byzantium. Από τον Χάνδακα στη Βενετία. Ελληνικές εικόνες στην Ιταλία 15ος-16ος αιώνας, κατ. έκθεσης Μουσείο Correr, Βενετία (17 Σεπτεμβρίου – 30 Οκτωβρίου 1993), Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα 1993.
 22. Georgitsoyanni, E., Les peintures murales du vieux catholicon du monastère de la Transfiguration aux Météores, (Université Nationale et Capodistriaque d'Athènes, Bibliothèque S.N. Saripolos, 92), Αθήνα 1992.
23. Semoglou, Α., Le décor mural de la chapelle athonite de Saint-Nicolas (1560). Application d’un nouveau langage pictural par le peintre Thébain Frangos Catelanos, Presses Universitaires du Septentrion, Villeneuve d’Ascq 1999.
24. Stavropoulou-Makri, Α., Les peintures murales de l’église de la Transfiguration à Veltsista (1568) en Epire et l’atelier des peintres Kondaris, (Δωδώνη, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αρ. 46), Ιωάννινα 2001 (2η έκδοση).
25. Kanari, Tr., Les peintures du Catholicon du Monastère de Galataki en Eubée, 1586. Le Narthex et la Chapelle de Saint-Jean-le-Précurseur, (Τετράδια Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, αρ. 8), Αθήνα 2003 (βλ. την ελληνική περίληψη στο τέλος του βιβλίου).
 


The cultural reality of the 16th century: Cross-roads between Ioannina and Meteora

During the 16th century the Mediterranean sea lived from one side to the other in a situation of constant movement of military troops and populations, of displacements, of terrestrial and marine transports, which encouraged the exchange of goods, raw materials and information. Along with the gradual development of long-distance trade, which brings together markets and remote areas, another feature which shaped the character of the afore-mentioned period is the repeated expulsions of Jews from Spain and Portugal in the late 15th century, and their installation in Italy and in the Ottoman Empire. Epirus region in turn motivate its people in Italy, in the heart of a system of trade linkages and financial transactions. Consequently, an entire commercial network with their partners, proxies and correspondents is established between the city of Ioannina and the major commercial centers of Italy. The city of Ioannina, during the 16th century, as it was in a constant contact with Italian trade markets, emerged gradually from the ancient economic status of the closed economy and entered into the early model of the financial economy. Venice, which had increased its industrial activity in the Eastern Mediterranean maintained the dynamicism it already had in the 15th century. Spain, on the other hand, claimed for itself a strong position in the emerging European context.
Commercial transactions between the region of Epirus and Italian cities are testified from the 14th century until 1430, the year in which the city of Ioannina surrendered itself without resistance to the Ottomans. Until then a commercial activity had already been organized in the periphery of Byzantine empire, which continued after the arrival of the Ottomans. Until the violent removal of Christians from the castle of Ioannina, due to the revolution of Dionysos Philosopher in 1611, the city safeguarded the administrative structures and the organization it had during the Byzantine period. Its transformation from the closed Byzantine city in an Ottoman craft and commercial city, developed mainly from the early 17th century, was not carried out abruptly. In fact, the city of Ioannina has already created at that time the mechanisms needed for its urban development in the next centuries. Thanks to the orientation of its population to the trade with European markets, the city formed gradually from the 16th century on its cultural identity by the use of the profits of trade and its traders in the diaspora and especially by the creation of educational schools under the control of the church
An understanding of the cultural milieu of that period is impossible unless the mobilisation of Epirote traders, especially from the mountainous villages, and their commercial activity in major western cities are taken into account. Trade between Ioannina merchants and Venice since the late 15th century through ports along the coast of Ottoman Epirus and their gradual distribution in the major trading posts of Italy and later on of central and northern Europe were instrumental in the town’s development. The commercialisation of animal-husbandry products, like wool, and the creation of a standardised product out of it, the woollen coat, which became a favourite one for fishermen, shepherds and sailors in the West, injected added value into the economy of the mountainous area of Epirus and into the contact between the distant countryside and the town; in time, the life of the peasants in the mountainous villages of Epirus was linked to the growth of European cities and their manufacturing workshops which used to follow strict guild rules. The expansion of trade in Epirus and the commercialisation of raw wool and processed coats defined the economic and social outlook of Epirus by encouraging economic and social stratification. People from Epirus were successfully engaged in the expansion of trade and a monetary economy, both relying on the growth of the wool production, the smooth traffic of raw or processed wool, the engagement of guilds in the manufacture of coats and the promotion of the end product. The channelling of a part of the mountain populations into the economic realities of the Mediterranean Sea brought the reality of the mountain periphery within the realm of long-distance trade. This blooming economic conjuncture is testified by the rebuilding of monasteries, the cultivation of ecclesiastical mural painting and the despatch of religious ritual items towards important pilgrimage sites near the traders’ birth-places, material manifestations of wealth imbued with religious fervour. Therefore, trade links flooded the mountainous mainland with luxury items from the Ionian Islands, Italy and the rest of Europe.
In the 16th century, and even more frequently in the next two centuries, is well documented that a significant part of the trade profits is not invested in promoting freight traffic of the Epirotic market, but for charity and bequests to monasteries in Italy, in Ioannina, in Mount Athos, in Jerusalem, to churches or to priests in order to perform thrice Holy and forgiving, chant prayers for the spiritual salvation of their donors. For example, the wealthy merchant who originated from Ioannina, Zotos Tsigaras, settled in Venice, bequeaths to his will (2 April 1599) in six monasteries situated in the small island of Ioannina  300 ducats, 1000 ducats in the monasteries of Mount Athos, 40 gold Jenkins to forty priests of the city of Ioannina in exchange for an annual memorial service for the repose of his soul. The withdrawal of capital from trade and put it into essentially unproductive investments in terms of the growing capitalist economies of Northern Europe, in a sector dictated by traditional customs and religious faith, shows that not only the local market operated with non-capitalist terms, but also that these mechanisms defined the limited, since the 16th century onwards, frame of its development.
The orthodox church as an institution was after the fall of the Byzantine Empire, the foremost exponent of the Byzantine imperial and ecclesiastical continuity. In the 16th century, on the Balkan Peninsula, economic activity was based on landlords with a huge family properties that owned olive groves, vineyards, orchards, mills, etc. The latter retained their management and usufruct and manage to save their fortunes temporarily turning to monasticism which functioned as a shelter from the successful advance of Ottoman invaders, thus encouraging the revival of the glory of the Byzantine Empire. What finally happened was the shift of the feudal surplus product from the hands of the Byzantine aristocracy within the church. The latter functioned as a traditional political organization and as a coherent core for the church’s flock into the new environment of the Ottoman Empire. Similarly, the noble families of Ioannina turned to monasticism, which guaranteed at least at the symbolic level the continuity with Byzantium. The local aristocracy of Epirus had shown rich sponsorship policy in establishing new churches, as was the case for the property donated by the Apsaras family to the Varlaam monastery of Meteora.
It is well known that from the Byzantine aristocratic house of Philanthropinon came the monk and abbot of the monastery of St. Nicholas Philanthropinon in the Island of Ioannina Ioasaf Philanthropinos. The latter financed the mural painting work of the monastery, probably in two phases (1542 and 1560 respectively), with the assistance of anonymous monks of the monastery. From the family of Philanthropinon originated the afore-named merchant Zotos Tzigaras, who died in Venice in 1599. In his will Tzigaras demand from his commissioners, if not buried in St. George of Greeks in Venice, to carry his bones and bury them with those of his ancestors  in the monastery of Philanthropinon. His mother originated from another noble family of the city of Ioannina, established there in mid-14th century. From the same noble family descended the brothers and monks Nektarios and Theophanes Apsaras, founders of the Monastery of the Baptist in the Island of Ioannina, built in 1506/7. We know that the two brothers embraced monasticism at a young age, around 1495. The two brothers, after the rebuilding of the monastery of John the Baptist, also built a cell on the Island for their three sisters, who had also turned to monasticism. Their parents also embraced the monastic life and their father founded the monastery of St. Nicholas outside the city of Ioannina.
In 1510/11 the Apsaras brothres abandoned the Island of Ioannina and found refuge in Meteora, where they founded, in 1517/8 the church of the Three Hierarchs. In that church they wanted to apply the Athonitic type of architecture known to them during their pilgrimage  in April 1505 in Mount Athos and their short stay close to the Ecumenical Patriarch Niphon. Between 1541/42 and 1544 they built in Meteora the church of All Saints, where they eventually applied the aforementioned architecture. Of particular interest is the fact, not without relation to the development of monasticism in Meteora, that in 1517/18 the two brothers were assisted in their work only by two monks, Pachomius and Benedict, while in 1541/42 date of the foundation of the monastery of Varlaam, the number of monks gathered at the monastery raised to thirty. The two brothers mentionned emphatically not only to their autobiography but also in their testament how crucial was the use of their family property in undertaking the construction project in Ioannina and Meteora. Indeed they donated to the monastery of Varlaam the land they possessed in the Ozdina region in Thesprotia.
However, the close relationship of Ioannina to the monasteries of Meteora dates back to the Byzantine period. The grandson of John II Orsini (1323-1335), despot of Epirus, and son of Greek-Serbian king Simeon Uros Palaiologos (1359-1370), the Saint Joasaph, was the founder 1387/88 of the Monastery of Transfiguration of Christ in the Great rock of Meteora. Two brothers, the monks Ioasaf and Maximus, between the years 1527 and 1529, came from Ioannina to the rock of Rousanou where they founded the Church of the Christ the Saviour.
During the 16th century, the monks of the city of Ioannina invited three famous painters from Thebes in order to decorate the renovated monasteries of the Island. These painters were to be the main representatives of the so-called "School of Thebes or School of the North-Western Greece”. The painters moved occasionally away from their permanent place of origin and work, depending on the work assigned to them, and were always accompanied by their assistants who make up the crew. It’s highly probable that in the decoration of the catholicon and the narthex of the monastery of Philanthropinon, painted in 1542, have worked, according to the iconographic and stylistic elements, the famous Theban painter Fragos Katelanos with his pupils. It is now commonly accepted by scholars that the frescoes of the church of the Varlaam monastery in Meteora (1548) belong to the same painter. According to the dedicatory inscription above the entrance on the west wall of the nave the donors of the iconographic program were the two brother monks Nektarios and Theophanes Apsaras from Ioannina. Eighteen years later, in 1566, according to another dedicatory inscription, on the north wall of the narthex, the narthex of Varlaam Monastery was painted by the Thebans painters Kondaris, the priest George and his brother Fragos Kondaris, at the expense of another Apsaras, Bishop Anthony Apsaras of Ioannina. The two brothers have decorated the three exonartex of the Philanthropinon Monastery in Ioannina (1560). The so-called "School of Thebes" spread out in a vast geographic area that include Central Greece and Evia, Epirus, Thessaly, Western Macedonia and the Mount Athos. Its center was the city of Ioannina and its region, a city that was considered of a prime economic, administrative and ecclesiastical status. Although the artistic activity of the "School of Thebes" was inevitably bound up with the spiritual reality of monastic life, which was the only guarantor of the continuity of the Byzantine Empire under the Ottoman occupation, its artistic identity can not be detached from the continuity of the broader ideological and spiritual ferment, not only the Ottoman Empire and Western Europe. No interpretive approach to the phenomenon of mural painting of the 16th century with its eclectic character is sufficient if the importance of monasticism as a historical phenomenon is not taken seriously into consideration.
The monasteries of Meteora bear also witness of the second great iconographic tradition of the 16th century, which occurs in the monastery of Agios Nikolaos Anapafsas. The frescoes, dating from the 1527, were painted by the famous leader of the Cretan school, Theophanes Strelitzas Bathas, who accepted the proposal, because of the high quality of his work, to come from Crete and to paint the catholicon of the monastery. The frescoes belong to the earliest works of Theophanes and demonstrate all the characteristics of his talent; vividness, bright colors, delicacy of line, monastic rigor, perseverance in the tradition of the 15th century, a tradition also manifested in the decoration of the nave and narthex of the Great Meteoron (Monastery of the Transfiguration of Christ), painted in 1552 by an anonymous artist of the Cretan school.


Συνάντηση 6η και 7η
Οι εξωγενείς επιρροές στη μεταβυζαντινή τέχνη και η αφομοίωση διακοσμητικών οθωμανικών αισθητικών αξιών:
α. Ισλαμική κεραμεική Iznik, αυτοκρατορικά καλλιτεχνικά εργαστήρια και τεχνοτροπίες.
β. Επιβιώσεις στον ελλαδικό χώρο
Βλ. http://christosmerantzas.blogspot.com/p/ottoman-decorative-motifs.html




                                               
<p> Please enable flash to view this media. <a href="http://get.adobe.com/flashplayer/">Download the flash player.</a></p>

Please enable flash to view this media. Download the flash player.

β. Οθωμανικά μεταξωτά υφάσματα.
Οι απεικονίσεις των μεταξωτών υφασμάτων, οθωμανικών ή ιταλικών με οθωμανικό διάκοσμο, είτε ως λειτουργικών ενδυμάτων είτε ως καλυμμάτων για την επένδυση επίπλων, τεκμηριώνουν τον εμπλουτισμό της ζωγραφικής τέχνης, ήδη από τον 16ο αιώνα, με νέα μορφολογικά στοιχεία. Αυτά τα διακοσμητικά θέματα, τα οποία ενσωματώθηκαν στον κορμό της μεταβυζαντινής τέχνης, συνιστούν ενίοτε συμπληρωματικά στοιχεία στη μελέτη εξέλιξης της ίδιας της οθωμανικής τέχνης, αλλά και εικονογραφικά τεκμήρια των πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων και των επαφών στα Βαλκάνια μέσα στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αποτελούν, επίσης, τεκμήρια της διαπερατότητας της μεταβυζαντινής τέχνης από ξένα δάνεια. Από τη μεριά του, το οθωμανικό μεταξωτό ένδυμα αποτελούσε κατά τον 16ο αι. μια μορφή «υλικής μνήμης», προϊόν σημαντικής οικονομικής αξίας, αλλά και το υλικό τεκμήριο της ενιαίας ταυτότητας του οθωμανικού πολιτισμού.
Η ανάπτυξή μας στοχεύει πρωτίστως στο να παρουσιάσει την αλλαγή των νοοτροπιών ως προς την ένδυση στις τοπικές κοινωνίες της βαλκανικής χερσονήσου μετά την οθωμανική κατάκτηση και δευτερευόντως στο να εξακριβώσει τη σχέση των αναπαραστάσεων, στη θρησκευτική ζωγραφική, των μεταξωτών ενδυμάτων με τα υπαρκτά υφάσματα. Η ανάγνωση, επιπλέον, αυτών των απεικονίσεων κατέδειξε την αισθητική και καλλιτεχνική σπουδαιότητα του μεταξωτού ενδύματος ως προϊόντος πολυτελείας στο περιβάλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Πρόθεσή μας, επίσης, είναι να παρουσιάσουμε επιλεκτικά τις πιο αντιπροσωπευτικές απεικονίσεις των μεταξωτών υφασμάτων με οθωμανικό διάκοσμο στη μνημειακή θρησκευτική ζωγραφική των εκκλησιών της Ηπείρου, από τον 16ο αι. και εξής. Τα Ηπειρωτικά παραδείγματα εμπλουτίστηκαν με αντίστοιχα προερχόμενα από εκκλησίες των γειτονικών περιοχών της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας, τα οποία διεύρυναν το πεδίο της γνώσης μας για τα νέα διακοσμητικά γούστα κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Η μελέτη των απεικονίσεων αυτών, χάρη στο πλήθος των σωζόμενων χρονολογημένων μνημείων, αποσκοπεί να προσδιοριστεί ο χρόνος υιοθέτησης των υφασμάτων από τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και το γεωγραφικό εύρος της διάδοσής τους. Η κατηγοριοποίηση των διακοσμητικών τους θεμάτων θα μπορούσε επίσης, έως ένα βαθμό, να αποκαταστήσει την εξέλιξη των οθωμανικών διακοσμητικών τάσεων, αλλά και την πολιτιστική τους αναπαραγωγή στις περιφέρειες της αυτοκρατορίας. Θα μπορούσε ταυτόχρονα, και λόγω της ύπαρξης χρονολογημένων παραδειγμάτων, να συνδράμει σημαντικά στην προβληματική σε αρκετές περιπτώσεις χρονολόγηση των σωζόμενων υφασμάτων. Ένα άλλο, τέλος, ερώτημα το οποίο επιχειρούμε να απαντήσουμε, αφορά στις ανάγκες που ώθησαν τις τοπικές κοινωνίες στο να υιοθετήσουν για την ένδυσή τους το οθωμανικό μεταξωτό ύφασμα.
Σχετικά με τη διακίνηση του οθωμανικού μεταξωτού υφάσματος ή των ιταλικών με οθωμανικά διακοσμητικά θέματα στην Ήπειρο και στις γειτονικές περιοχές της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας, πολύτιμες πληροφορίες αντλούμε από διαθήκες, εμπορικά κατάστιχα και απογραφικούς μοναστηριακούς καταλόγους. Η αξιοποίηση των πληροφοριών των διαθηκών και της εμπορικής αλληλογραφίας των Γιαννιωτών εμπόρων, που δραστηριοποιούνταν στις ιταλικές πόλεις ήδη από τον 15ο αι., προσέφερε, σε ό,τι αφορά στο θέμα μας, σημαντικές πληροφορίες για τις νοοτροπίες και τα γούστα των ανθρώπων, τις προτιμήσεις των αγορών και των εμπόρων, τα δίκτυα επικοινωνίας και μεταφορών.
Η μελέτη της παραγωγής και της διακίνησης του μεταξωτού υφάσματος στο περιβάλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας, λόγω της εμπορικής του εκμετάλλευσης, αποκαλύπτει μια σειρά από οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις, όπως επίσης αναλογίες αλλά και διαφορές, σε επίπεδο τεχνικής, των κέντρων παραγωγής του. Το μεταξωτό ύφασμα αποτελούσε μέρος μιας καθημερινής πραγματικότητας, τεκμήριο μιας «αισθητικής αλήθειας» των τοπικών κοινωνιών που το αντιμετώπιζαν, εκτός από μέσο ένδυσης, ως προϊόν πλουτισμού και κοινωνικής αναγνώρισης. Καθώς απευθυνόταν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, συνιστούσε την εξαντικειμενίκευση μιας κοινωνικής διάκρισης. Μετατρεπόταν, επίσης, σε θησαυρό που φυλασσόταν και μεταβιβαζόταν, ως σταθερή αξία, στις επόμενες γενεές. Το μεταξωτό ύφασμα, σύμβολο πλουτισμού και κοινωνικής καταξίωσης, αναφέρεται δικαιολογημένα τον 17ο αι. στις διαθήκες των Ηπειρωτών της διασποράς ως επαναχρησιμοποιήσιμο προϊόν που κληροδοτείται στους οικείους του αποθανόντος. Ρουχισμός και υφάσματα φυλάσσονταν πάντα για τους απογόνους.
Η διάδοση της οθωμανικής διακοσμητικής παράδοσης στη Βαλκανική, όπως αυτή των θεμάτων των οθωμανικών μεταξωτών, εντάσσεται στη σταδιακή από τον 15ο αι. γεωγραφική διεύρυνση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία οδήγησε σε όλο και μεγαλύτερη αλληλεπίδραση των κοινωνιών και μπόλιασε τους τοπικούς πολιτισμούς, μέσω της διακίνησης των πολιτιστικών αγαθών, με νέες αισθητικές αντιλήψεις. Η νέα πραγματικότητα, την οποία χαρακτήριζε η μείξη των παραδόσεων, ανέδειξε μια νέα αισθητική εμπειρία που, αν και ανέτρεχε σε προγενέστερες παραδόσεις, ωστόσο, επέτυχε να τις αναπλάσει και να τις ανανεώσει, προσδίδοντάς τους νέα μορφή.
Από τη συνοπτική αυτή τεκμηρίωση με υλικό από τη μνημειακή μεταβυζαντινή ζωγραφική της Ηπείρου και των γειτονικών της περιοχών, Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας, την οποία φωτίζουν οι πληροφορίες από διαθήκες, εμπορικά κατάστιχα και απογραφικούς μοναστηριακούς καταλόγους, για την κυκλοφορία και την εμπορική ζήτηση των οθωμανικών υφασμάτων στη βαλκανική ενδοχώρα, προκύπτουν ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αρχικά, ένας λεπτομερής κατάλογος των μεταβυζαντινών εκκλησιών της Βαλκανικής θα μπορούσε να φωτίσει με πιο ξεκάθαρο τρόπο την κυκλοφορία των μεταξωτών προϊόντων και να παράσχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των διακοσμητικών τάσεων, οθωμανικών και ευρωπαϊκών, και την αναπαραγωγή τους στην εντοίχεια ζωγραφική. Κατόπιν, όλα αυτά τα δευτερεύοντα διακοσμητικά θέματα, έστω κι αν ανήκουν στο περιθώριο του κορμού της βυζαντινής τέχνης, δεν συνιστούν απλά συμπληρωματικά στοιχεία της ζωγραφικής αφήγησης. Προσφέρουν πολύτιμα δεδομένα για την ανανέωση της τεχνοτροπίας και των μεθόδων της μεταβυζαντινής μνημειακής ζωγραφικής στα Βαλκάνια κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Η ενσωμάτωση στο θεματολόγιο της εκκλησιαστικής ζωγραφικής ετερογενών προς την ταυτότητά της στοιχείων, τα οποία ανήκουν στην πολιτισμική ταυτότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εντάσσεται σ’ αυτό που ο Oleg Grabar είχε ονομάσει «κοινή κουλτούρα αντικειμένων». Καθώς τα πολύτιμα μεταξωτά υφάσματα συνιστούν, στο περιβάλλον της αυτοκρατορίας, τα κατ’ εξοχήν τεκμήρια μιας κοινωνικής διάκρισης, η υιοθέτησή τους από τους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους αντανακλά την κοινωνική κατηγοριοποίηση των υπόδουλων λαών. Οι εικονιζόμενοι στη θρησκευτική ζωγραφική άγιοι, ενδεδυμένοι με μεταξωτά ενδύματα, κατ’ αναλογίαν προς τους εκπροσώπους της εκκλησίας, νομιμοποιούνται ως εκπρόσωποι της ουράνιας βασιλείας να φορούν τα βαρύτιμα μεταξωτά ενδύματα, όμοια με αυτά των σύγχρονών τους κατόχων της κοσμικής εξουσίας.

Εργογραφία:
1. Κορρέ - Ζωγράφου, Κατερίνα, Τα κεραμεικά του ελληνικού χώρου, Μέλισσα, Αθήνα 1995, σ. 49-68.
2. Κορρέ - Ζωγράφου, Κατερίνα, Τα κεραμεικά Ιζνίκ της μονής Παναχράντου Άνδρου, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 2004.
3. Χρήστος Δ. Μεράντζας, Ο «τόπος της αγιότητας» και οι εικόνες του. Παραδείγματα ανάγνωσης της τοπικής ιστορίας της Ηπείρου κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2007, σ. 105-139.

Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ στο Scribd
http://www.scribd.com/embeds/56944486/content?start_page=1&view_mode=list&access_key=key-2ouawsu5rdepc36nrzzi
ή
https://www.dropbox.com/s/90d7xstpclh4t1d/THE%20LOCUS%20SANCTITATIS%20AND%20ITS%20IMAGES_1.pdf?dl=0

4. Nurhan Atasoy – Julian Raby, Iznik: The Pottery of Ottoman Turkey, Alexandria Press, Λονδίνο 1989 (ανατ. Laurence King Publishers, 2008).
5. Walter B. Denny, Iznik: The Artistry of Ottoman Ceramics, Thames & Hudson, Λονδίνο 2004.
6. Nurhan Atasoy – Walter B. Denny – Louise W. Mackie – Hűlya Tezcan, Ipek: The Crescent and the Rose: Imperial Ottoman Silks and Velvets, Azimuth Editions, Istanbul-Λονδίνο 2001.

Συνάντηση 8η και 9η
Η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη και στα κέντρα της περιφέρειας. Τεχνικές, εργαστήρια, κέντρα παραγωγής.
Βλ.:
1. Καπλάνη, Γ., Ταμπακοθήκες: Κουτιά καπνού και αρραβώνα, επιμ. Καπλάνη, Γ., Ολκός, Αθήνα 2004.
2. Καπλάνη, Γ., Νεοελληνική αργυροχοΐα. Από τις συλλογές του μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, ΤΑΠΑ, Αθήνα 1997.
3. Κορρέ - Ζωγράφου, Κ., Χρυσικών έργα 1600-1900: Συλλογή Κ. Νοταρά, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.), Αθήνα 2002.
4. Μπαλλιάν, Α., Θησαυροί από τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης: Συλλογές Μουσείου Μπενάκη, Εκδόσεις Παπαζήση, Δήμος Αθηναίων Πολιτισμικός Οργανισμός, Αθήνα 1992.
5. Μπαλλιάν A., Εκκλησιαστικά ασημικά από την Κωνσταντινούπολη και ο Πατριαρχικός Θρόνος του Ιερεμία Β΄, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 7 (1991), 54-60.
6. Οικονομάκη-Παπαδοπούλου, Γ., - Pitarakis, B., - Λοβέρδου-Τσιγάρα, Κ., Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Εγκόλπια, Άγιον Όρος 2000.
7. Οικονομάκη-Παπαδοπούλου, Γ., Ασημικά, ξυλόγλυπτα, κοσμήματα, στο Μεντζαφού-Πολύζου, Ο., (επιμ.), Συλλογές Ευάγγελου Αβέρωφ. Ταξιδεύοντας στο χρόνο, Ίδρυμα Ευαγγέλου Αβέρωφ - Τοσίτσα, Μέτσοβο 2000, 157-195.
8. Οικονομάκη-Παπαδοπούλου, Γ., Τα εκκλησιαστικά αργυρά της Νέας Καρβάλης, Πρακτικά Β΄ τοπικού συμποσίου «Η Καβάλα και η περιοχή της, 26-29 Σεπτεμβρίου 1986, τόμ. Β΄, Καβάλα 1988, 3-47.
Βλ. επίσης:
Αργυροχοΐα και χρυσοχοΐα των ορθοδόξων της Κωνσταντινούπολης
     Συγγραφή : Μεράντζας Χρήστος (19/5/2008)
Για παραπομπή: Μεράντζας Χρήστος, «Αργυροχοΐα και χρυσοχοΐα των ορθοδόξων της Κωνσταντινούπολης», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11045>

Συνάντηση 10η-11η
Η διακοσμητική ζωγραφική στην οθωμανική αυτοκρατορία και τα ρεύματα της δυτικής τέχνης (μπαρόκ, ροκοκό, νεοκλασικισμός).
Βλ.:
1. Γαρίδης, Μ., Διακοσμητική ζωγραφική. Βαλκάνια, Μικρασία 18ος-19ος αιώνας. Μπαρόκ και ροκοκό: Ανατολική και βυζαντινή κληρονομιά, Μέλισσα, Αθήνα 1996.
2. Τσιόδουλος, Σ., Η ζωγραφική των σπιτιών του Ζαγορίου: Τέλη 18ου-αρχές 20ού αιώνα. Ιστορική και πολιτισμική προσέγγιση, επιμ. Μ. Κυρτζάκη, Ριζάρειο Ίδρυμα, Αθήνα 2009.
3.  Φιλιππίδης, Δ., Διακοσμητικές τέχνες: Τρεις αιώνες τέχνης στην ελληνική αρχιτεκτονική, Μέλισσα, Αθήνα 1998.

Συνάντηση 12η
Επτανησιακές εικόνες του 19ου αιώνα σε εκκλησίες και σε μοναστήρια της Ηπειρωτικής ενδοχώρας: Η συνεισφορά του εμπορίου.
Βλ.:
1. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Εικόνες της Ζακύνθου. Προλεγόμενα ιστορικά του ακαδημαϊκού Μ. Χατζηδάκη, Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου και Στροφάδων, Αθήνα 1997.
2. Ρηγόπουλος, Γ., Εικόνες της Ζακύνθου και τα πρότυπά τους, τ. Β', Γ', Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου και Στροφάδων, Αθήνα 2006.

Συνάντηση 13η
Τάσεις της ζωγραφικής τέχνης από τον 17ο έως τον 18ο αιώνα. Λινοτοπίτες και Καπεσοβίτες ζωγράφοι.
Βλ.:
1. Τούρτα, Α., Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδένδρι. Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Λινοτόπι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου, αρ. 44, Αθήνα 1991.
2. Καραμπερίδη, Α., Η μονή Πατέρων και η ζωγραφική του 16ου και του 17ου αιώνα στην περιοχή της Ζίτσας Ιωαννίνων, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 2009.
3. Κωνστάντιος, Δ., Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Καπέσοβο της Ηπείρου. Συμβολή στη μελέτη της θρησκευτικής ζωγραφικής στην Ήπειρο το 18ο και το α΄ μισό του 19ου αιώνα, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου, αρ. 75, Αθήνα 2001.

Δύο ενδεικτικές επιγραφές:
1.
 Παλαιό καθολικό Μετεώρων, 1483 [βλ. Georgitsoyanni, E., Les peintures murales du vieux catholicon du monastère de la Transfiguration aux Météores, (Université Nationale et Capodistriaque d'Athènes, Bibliothèque S.N. Saripolos, 92), Αθήνα 1992, σ. 37]

2.
 Μονή των Φιλανθρωπηνών, Ιωάννινα, 1542/3 [βλ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Η μονή των Φιλανθρωπηνών και η πρώτη φάση της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, Τ.Α.Π., Αθήνα 1995 (2η έκδοση)., σ. 21]